Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Ο Συμβολισμός της Νεκρανάστασης

 



Ο Συμβολισμός της Νεκρανάστασης

 Η νεκρανάσταση  μέσα από τα λαϊκά δρώμενα

 Το θαύμα που συντελείται στη φύση την εποχή της άνοιξης, οι ελπίδες και οι προσδοκίες για την αρχή μιας νέας ζωής έχουν περάσει -σύμφωνα με τις έρευνες εθνολόγων και θρησκειολόγων- σε πολλές θρησκείες και στα τελετουργικά έθιμα που τις συνοδεύουν.

Χαρακτηριστικό τους η θεϊκή μορφή που πεθαίνει  πάνω στο άνθος της νιότης της, για να αναστηθεί και να  δοξασθεί ως χορηγός μιας νέας λαμπρής ζωής.

ΘΕΪΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Τέτοιες είναι οι μορφές του Αττι, του Διόνυσου και κυρίως του Άδωνη στον ελλαδικό χώρο, του ήλιου στην Αίγυπτο (μετά την  εαρινή ισημερία ο ήλιος νικά το σκοτάδι), και φυσικά ο Ιησούς Χριστός.

 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΑ  ΕΘΙΜΑ

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού στον ελλαδικό χώρο, οι άνθρωποι δεν εγκατέλειψαν τελείως τα "ειδωλολατρικά" τους έθιμα γιατί ήταν στενά συνδεδεμένα με την παραγωγική  διαδικασία της τροφοδότρας φύσης στην πιο γόνιμη εποχή της.

 Πολλές φορές τα έθιμα αυτά εισχωρούν και στο λατρευτικό τμήμα  χωρίς να σχετίζονται άμεσα με το τυπικό της λατρείας.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Οπως αναφέρει η Μιράντα Τερζοπούλου: ¨Δεν είναι τυχαίο ότι σε αντίθεση με τα δρώμενα του Δωδεκαημέρου και της Αποκριάς, που τελούνται από άντρες, ο εθιμικόςκύκλος της άνοιξης, ανήκει σχεδόν αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των γυναικών.

Οχι μόνο επειδή η γονιμότητά τους συνδέθηκε με την εικόνα της εκρηκτικής, αυτήν τηνεποχή, γονιμότητας της φύσης, αλλά και γιατί το νεκρολατρικό περιεχόμενο και ο θρηνητικός χαρακτήρας των τελετουργιών, παραπέμπουν άμεσα σε δικές τους καθημερινές ενασχολήσεις και κινητοποιούν οικεία συναισθήματα.

 ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Τα έθιμα των ημερών του Πάσχα αρχίζουν αμέσως μετά την Καθαρά Δευτέρα και τη νηστεία της Σαρακοστής ως διαστήματος αυτοσυγκράτησης και προετοιμασίας για το μεγάλο γεγονός της ανάστασης.

 Στο διάστημα αυτό, απαγορεύεται οτιδήποτε "αρτήσιμο" όπως και κάθε μορφή ψυχαγωγίας και τραγουδιού εκτός από τα θρηνητικά τραγούδια (μοιρολόγια).

 ΜΥΗΣΗ ΣΤΑ ΝΕΚΡΙΚΑ ΕΘΙΜΑ

Έθιμα των ημερών αυτών -εκτός από τις επισκέψεις στα  νεκροταφεία- είναι η αναπαράσταση του θανάτου και της ανάστασης ενός ανθρώπινου ομοιώματος με κύριο στόχο τη μύηση των νέων κοριτσιών στα μετέπειτα καθήκοντά τους

(φροντίδα και θρήνος των νεκρών). Το ομοίωμα αυτό το στολίζουν τελετουργικά με μαγικά λουλούδια και βότανα, το θρηνούν με αυτοσχέδια ή συγκεκριμένα μοιρολόγια, το κηδεύουν και μετά γιορτάζουν την ανάστασή του.

ΚΡΑΝΤΩΝΕΛΟΣ ΛΕΙΔΙΝΟΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ

Τέλος, το καταστρέφουν με καθαρκτήριο τρόπο. Το έθιμο αυτό επιβίωσε ως κοριτσίστικο παιχνίδι της υπαίθρου με διαφορετικές ονομασίες.(Κραντωνέλος στη Μύκονο, Λειδινός στην Αίγινα, Ζαφείρης στην Ηπειρο).

 Σάββατο του Λαζάρου

                  Μ.Εβδομάδα

                  ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩN

                   Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ - ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΧΑΙΡΑ

                  Μεγάλη Δευτέρα - Μεγάλη μαχαίρα

                  Μεγάλη Τρίτη - Ο Χριστός εκρύφτη

                  Μεγάλη Τετάρτη - Ο Χριστός επιάστη

                  Μεγάλη Πέμπτη - Ο Χριστός παιδεύτηκε

                  Μεγάλη παρασκευή - Ο Χριστός στο καρφί

                  Μεγάλο Σάββατο - Ο Χριστός στον τάφο

                  Μεγάλη Κυριακή - Ο Χριστός θ΄ αναστηθεί.

                   Η Μ. Δευτέρα και Μ. Τρίτη, δεν συνοδεύονται από ιδιαίτερα

                  έθιμα. Είναι μέρες πένθους και εκκλησιασμού.

                  Τη Μ. Τετάρτη γίνεται το απόγευμα στην εκκλησία το μεγάλο

                  ευχέλαιο. Με το μύρο του ευχελαίου σταυρώνονται όλα τα μέλη

                  της οικογένειας και μετά φυλάσσεται στο εικονοστάσι.

                  Στο ευχέλαιο πηγαίνει κάθε νοικοκυριό μια κούπα με αλεύρι μέσα

                  στην οποία ανάβουν τρία κεριά κατά τη διάρκεια του μυστηρίου.

                  Μ' αυτό το αλεύρι γίνεται σε κάθε σπίτι το προζύμι της χρονιάς

                  και τα Λαμπροκούλουρα. Επίσης, ζυμώνονται οι άρτοι που θα

                  χρησιμοποιηθούν τη Μ. Πέμπτη στη θεία κοινωνία. Από τους

                  όρκους αυτούς, κρατάει κομμάτια φρυγανισμένα ο παπάς για να

                  μεταλαμβάνει τους ετοιμοθάνατους όλης της χρονιάς.

                  Στην Αθήνα οι εκκλησάρισσες ζύμωναν αλεύρι με νερό χωρίς

                  προζύμι. Ο παπάς έβαζε επάνω το Σταυρό από Τίμιο ξύλο και το

                  ζυμάρι φούσκωνε. Μετά το μοίραζαν στα σπίτια από όπου

                  προέρχονταν και το αλεύρι.

                  Το έθιμο αυτό γίνεται για να ανανεωθεί η ευλογία και η δύναμη

                  του προζυμιού που εξαντλήθηκε μετά από τη χρήση μιας ολόκληρης

                  χρονιάς σ' ένα βασικό στοιχείο διατροφής το ψωμί.

                  Τη Μ. Πέμπτη μετά τη θεία λειτουργία οι νοικοκυρές βάφουν τ'

                  αυγά. Τα αυγά - σύμβολα κι αυτά της γονιμότητας - βάφονται με

                  κόκκινο χρώμα, το χρώμα ταυ αίματος του Χριστού. Συνδέονται

                  έτσι με το θάνατο που θα προετοιμάσει τη δυναμικά αναγεννημένη

                  ζωή. Το πρώτο αυγό μπαίνει στο εικονοστάσι και αντικαθιστά

                  αυτό της προηγούμενης χρονιάς. Το παλιό αυγό βάφεται στο χώμα.

                  Οι γεωργοί το θάβουν στα χωράφια τους ενώ οι σαρακατσάνοι -

                  κτηνοτρόφοι το έθαβαν στη στρούγκα (εκεί όπου άρμεγαν τα ζώα)

                  για να πάνε καλά οι παραγωγές τους.

                  Στο χρώμα των αυγών βάφουν ένα κομμάτι μάλλινης κλωστής ή

                  υφάσματος που το δένουν στις πόρτες των σπιτιών ή των

                  μαντριών. Οι σαρακατσάνοι έβαφαν με το ίδιο χρώμα ένα σταυρό

                  στο μαλλί κάποιων αρνιών.

 

                  ΛΑΜΠΡΟΚΟΥΛΟΥΡΑ

                  Τη Μ. Πέμπτη, ζυμώνονται και τα λαμπροκούλουρα. Μεγάλες

                  διαφορές υπάρχουν και σ' αυτά κατά περιοχές. Μεγάλες διαφορές

                  υπάρχουν και σ' αυτά κατά περιοχές. Κυριότερες μορφές είναι τα

                  τσουρέκια, τα κουλούρια της αμμωνίας, οι μυτζηθρόπιτες, κ.α.

                  Τα κουλούρια στολίζονται με κόκκινα αυγά. Χαρακτηριστική είναι

                  η "Πασχαλιά", στολισμένη κυκλική κουλούρα που θα πάει το

                  βαφτιστικό στο νονό του και η αρραβωνιασμένη κοπέλα στο σπίτι

                  του γαμπρού από όπου θα πάρουν τη λαμπάδα της Ανάστασης.Μια

                  από τις κουλούρες της Μ.Πέμπτης φυλαγόταν στο εικονοστάσι για

                  να καταναλωθεί την Πρωτομαγιά ,για να προστατεύονται τα μέλη

                  της οικογένειας από τα μάγια.

 

                  ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΣΤΟΝ ΑΠΑΝΩ ΚΟΣΜΟ

                  Επίσης, η Μ. Πέμπτη είναι μέρα φροντίδας των τάφων καθώς η

                  παράδοση πιστεύει πως με την Ανάσταση του Χριστού οι ψυχές

                  ανεβαίνουν από τον Αδη και περιπλανούνται μέχρι την ημέρα της

                  Ανατολής που επιστρέφουν πίσω. Πρέπει, λοιπόν, να βρουν τους

                  τάφους καθαρούς και περιποιημένους, απόδειξη ότι οι ζωντανοί

                  τους θυμούνται.

 

                  ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΟΥ"ΝΙΠΤΗΡΑ"

                  Η τελετή του Νιπτήρα, μια αναπαράσταση του Νιπτήρα που τέλεσε

                  ο Ιησούς στους μαθητές του μετά το Μυστικό Δείπνο. Γίνεται

                  κάθε μεγάλη Πέμπτη μεσημέρι, στη πλατεία Ξάνθου, μπροστά στο

                  Δημαρχείο Πάτμου όπου έχει στηθεί από νωρίς το σκηνικό. Τους

                  ρόλους των 12 Αποστόλων υποδύονται μοναχοί ή κληρικοί και το

                  ρόλο του Χριστού ο ηγούμενος της Μονής Θεολόγου, ενώ το ρόλο

                  του Ευαγγελιστή ένας κληρικός. Η αναπαράσταση γίνεται μέσα σε

                  αυστηρά μοναστηριακό κλίμα με τον Απόστο Πέτρο και τον Ιούδα

                  ως "πρωταγωνιστές" μέχρι την ώρα που ο ηγούμενος θα ραντίσει

                  συμβολικά τα πόδιατων μοναχών με νερό . Η πομπή ξεκινάει και

                  επιστρέφει στο Μοναστήρι

                   ΦΥΛΑΧΤΑ ΤΗΣ Μ. ΠΕΜΠΤΗΣ

                  Το βράδυ της Μ. Πέμπτης, κατά τη διάρκεια των 12 Ευαγγελίων,

                  μεγάλες γυναίκες που φέρουν το όνομα Μαρία, κρατάνε μια

                  κόκκινη κλωστή. Σε κάθε Ευαγγέλιο δένουν κι από ένα κόμπο. Την

                  κλωστή αυτή μαζί με λουλούδια του Επιταφίου την κάνουν τρίγωνα

                  φυλαχτά για τα παιδιά (χαϊμαλιά).

                  ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ - ΜΑΝΑ ΠΑΝΑΓΙΑ

                  Οταν σχολάσει η εκκλησία μεγάλες κυρίως γυναίκες, θα μείνουν

                  να ξενυχτήσουν και να μοιρολογήσουν το Χριστό.

                  Το έθιμο αυτό, που διατηρείται μέχρι σήμερα, γίνεται μέσα στο

                  χώρο του ναού χωρίς να έχει καμία σχέση με το εκκλησιαστικό

                  τυπικό. Και μάλιστα αφού αποχωρήσουν όλοι οι άντρες ιερείς και

                  μη. Ο συμβολισμός του, πέρα από το να θρηνήσουν το νεκρό

                  Χριστό, συμπεριλαμβάνει και τη συμπαράσταση των γυναικών στη

                  γυναίκα - μάνα Παναγία όπως θα έκαναν σε κάθε γυναίκα

                  δοκιμάζεται από τον πόνο, τον χαμό του παιδιού της. Εκεί

                  ακούγεται και ο θρήνος της Παναγίας.

                  ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

                  Η Παναγία, εκάθητο μόνη και μοναχή της την προσευχή της έκανε

                  για το μοναχογιό της. Ακούει βουή και ταραχή και σύγχυση

                  μεγάλη. Βγαίν' έξω από την πόρτα της, εξ' απ' τη γειτονιά της.

                  Βλέπει τον ουρανό θολό και τ' άστρα βουρκωμένα, το φεγγαράκι

                  το λαμπρό στα δάκρυα βαμμένο. Τον Αγιο Γιάννη να' ρχεται

                  κλαμμένος και δαρμένος.

                  - Για πες μου Αγιε Γιάννη μου, για πε' μ' Αγιε μου Γιάννη.

                  Είδες εμόν το γιόκα μου και 'σον το δάσκαλό σου;

                  - Δεν έχω στόμα να το πω, χείλη να τ' ομιλήσω, μηδ' η καρδιά

                  μου το κρατεί να σου το μολογήσω.

                  Έθιμα της Μ.Παρασκευής

                  Μέρα μεγάλου πένθους και νηστείας. Τη μέρα αυτή

                  δεν μπαίνει τσουκάλι στη φωτιά.Πρωί - πρωί οι κοπέλες

                  στολίζουν τον Επιτάφιο με λουλούδια

                  της εποχής. Σε κάποιες περιοχές ο στολισμός γίνεται το βράδυ

                  της Μ. Πέμπτης, μετά τον εσπερινό και παράλληλα με το

                  θρήνο.Μικροί και μεγάλοι θα πάνε στην εκκλησία, να περάσουν

                  τρεις φορές κάτω από τον Επιτάφιο για να πάρουν την ευλογία

                  του.Θα πάνε επίσης στα κοιμητήρια να ανάψουν τα καντήλια

                  των νεκρών.Το απόγευμα στον εσπερινό γίνεται η περιφορά

                  του Επιταφίου. Στην Κω τοποθετούν στα παράθυρα θυμιατήρια

                  με λιβάνι κι ένα αναμμένο καντήλιο απ' όπου θα περάσει ο

                  επιτάφιος. Στις Σέρρες, μαζί με τα παραπάνω, τοποθετούν

                  μια εικόνα του εσταυρωμένου, λουλούδια και ένα πιάτο με χλόη

                  από φακή σισάμι, κλπ, που το φύτεψαν μια μέρα της Σαρακοστής.

 

                  "ΟΙ ΚΗΠΟΙ ΤΟΥ ΑΔΩΝΙΔΟΣ"

 

                  Το έθιμο αυτό - αναφέρει ο Γ. Μέγας- θυμίζει τους

                  "κήπους του Αδώνιδος".Στη γιορτή του, οι γυναίκες

                  πενθούσαν και τοποθετούσαν πάνω σε νεκρό κρεβάτι

                  κέρινο ομοίωμα του Αδωνη, ανάμεσα σε άνθη και

                  "κήπους". Οι "κήποι" ήταν χλόη από σπόρους φυτών

                  που βλασταίνουν και μαραίνονται εύκολα, σπαρμένα

                  μέσα σε πήλινα σκεύη.

 

                  ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΣΟ  

                  Στην Κάσο, οι νοικοκυρές, όταν πλησιάζει

                  ο Επιτάφιος στο σπίτι τους, τρέχουν να τον

                  υποδεχτούν με αναμμένα θυμιατά κι ένα κανί

                  με μύρο. Ραίνουν τον Επιτάφιο και την ακολουθία

                  του κι ανταλλάσσουν ευχές με τον κόσμο. Για το

                  σκοπό αυτό, η περιφορά γίνεται σε όλα τα δρομάκια

                  των χωριών.

                  Έθιμα του Μ.Σαββάτου

 

                  Αν και το Μ. Σάββατο, συνεχίζει να είναι ιερό

                  πένθος, η λαϊκή ψυχή έχει ήδη αρχίσει να ανακουφίζεται

                  και προετοιμάζεται για το μεγάλο χαρμόσυνο γεγονός

                  .Με το ΜΕΓΑΛΟ Εσπερινό το πρωί του Σαββάτου η

                  εκκλησία ασπροφορεί και στρώνεται με

                  μυρωμένα λουλούδια του βουνού που

                  λέγονται καραγάνια ή λαμπρές(Κώς)

                  ΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΟΥ Μ. ΣΑΒΒΑΤΟΥ

                  Σφάζουν το αρνί για το Λαμπριάτικο τραπέζι, κάνουν ένα σταυρό

                  με το αίμα του δίπλα στην πόρτα του σπιτιού. Το έθιμο αυτό

                  κατά μερικούς μελετητές, προέρχεται από τηναρχαία Ελλάδα και

                  Ρώμη, ενώ κατά άλλους από το Εβραϊκό Πάσχα.Μετά φτιάχνουν

                  κάποια σούπα (μαγειρίτσα ή πατσά), για να τη φάνε

                  επιστρέφοντας από την Ανάσταση (για να στρώσει το στομάχι μετά

                  τη μεγάλη νηστεία

                  της Σαρακοστής).

                  ΤΟ ΚΑΨΙΜΟ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

                  Σε κάποιες περιοχές ετοιμάζουν τον Ιούδα ή τον Οβραίο. Ενα

                  ρακένδυτο ανθρώπινο ομοίωμα που κρατά ένα σακουλάκι με τριάντα

                  πετραδάκια (αιώνιο σύμβολο προδοσίας). Τον Ιούδα τον καίνε ή

                  αμέσως μετά την Ανάσταση ή την Κυριακή Λαμπρή πετώντας τον

                  εκρηκτικά. Επίσης, εκρηκτικά ετοιμάζουν και για το βράδυ της

                  Ανάστασης.

                   ΤΑ ΑΕΡΟΣΤΑΤΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

                  Ένα άλλο έθιμο που το συναντάμε μόνο στο Λεωνίδιο της Αρκαδίας

                  είναι τα αερόστατα της Λαμπρής! Τη νύχτα της Ανάστασης αμέσως

                  μετά το "Χριστός Ανέστη" δεκάδες πιστοί που στην πλειοψηφία

                  τους είναι νέοι κατευθύνονται σ' ένα ξέφωτο που βρίσκεται σ'

                  ένα μικρό λοφίσκο. Εκεί όλοι κρατάνε μια παράξενη κατασκευή

                  που μοιάζει με μικρό αερόστατο. Σε μια ειδική θήκη υπάρχει ένα

                  μικρό κερί. Μόλις λοιπόν φθάσουν στο λοφάκι, τα ανάβουν όλοι

                  και τα αφήνουν. Αυτά λόγω της άνωσης του αέρα και λόγω της

                  ζέστης που δημιουργεί η φλόγα του κεριού, αρχίζουν να

                  ανυψώνονται στον ουρανό. Το θέαμα που παρουσιάζεται είναι

                  εντυπωσιακό. Εκατοντάδες φωτάκια βρίσκονται στον αέρα και

                  ταξιδεύουν.

                   ΤΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΦΩΣ

                  Το βράδυ στην ακολουθία του Σαββάτου, λίγο πριν την Ανάσταση,

                  τα φώτα σβήνουν και ανάβουν με το νέο αναστάσιμο φως,ακόμα

                  μεταδίδουν το καινούργιο φώς στα στείρα ζώα και τα ακαρπα

                  δένδρα για να τους εξασφαλίσουν την γονιμότητα.Καθαρός

                  συμβολισμός κι αυτός του θανάτου και της νέας ζωής. Το φως

                  αυτό το παίρνουν με τις λαμπάδες τους, οι άνθρωποι στα σπίτια

                  τους, κάνουν με τον καπνό τους, ένα σταυρό στην πόρτα της

                  εισόδου, σβήνουν την παλιά φλόγα στο καντήλι και το ανάβουν με

                  το νέο αναστάσιμο φως.

                  Οι λαμπάδες της Ανάστασης που είναι όσες και τα ζωντανά μέλη

                  της οικογένειας πρέπει να πάνε τρεις φορές στην εκκλησία ή να

                  καίνε για λίγο επί τρεις μέρες στο σπίτι.

                   Μετά θα καθίσουν στο τραπέζι θα τσουγκρίσουν τα αυγά τους, θα

                  πούνε "Χριστός Ανέστη", "Αληθώς Ανέστη", και θα φάνε τη σούπα

                  τους.

                   Κυριακή του Πάσχα

                   ΚΥΡΙΑΚΗ - ΛΑΜΠΡΗ

                   Η Κυριακή της Λαμπρής, είναι η αρχή της "νέας' ή της Λαμπρής

                  εβδομάδας, όπως λέγεται. Τίποτα δεν θυμίζει τις βαρύθομες

                  ημέρες του πένθους. Τα σπίτια και η διάθεση των ανθρώπων

                  ανοίγουν σε κάθε είδους ψυχαγωγία και εκδήλωση χαράς και

                  αγάπης.

                  Χαρακτηριστικά της μέρας, το τραπέζι με το αρνί, τα κόκκινα

                  αυγά και τα λαμπροκούλουρα, οι ανταλλαγές επισκέψεων και ευχών

                  και τα μεγάλα γλέντια.

                  ΚΑΓΚΕΛΙΑ

                  Παλαιότερα τα γλέντια ξεκινούσαν στις αυλές των εκκλησιών ή

                  τις πλατείες των χωριών. Οι μορφές του γλεντιού πολλές. Σε

                  κάποιες περιοχές της Μακεδονίας, το χορό θα ξεκινήσει μετά το

                  δεύτερο εσπερινό της Ανάστασης, ο παπάς του χωριού. Σιγά -

                  σιγά θα πιαστούν όλοι οι κάτοικοι με την κοινωνική ιεραρχική

                  τους θέση. Ο χορός ακολουθεί με αργό βηματισμό σπειροειδείς

                  καμπύλες (καγλέλια), ενώ οι χορευτές τραγουδούν οι ίδιοι χωρίς

                  μουσικά όργανα εκτός -συνήθως- από ένα νταούλι που κρατά το

                  ρυθμό.

                  Στις νησιωτικές περιοχές αρχίζουν το χορό οι ανύπαντρες

                  κοπέλες.

                  Από το γλέντι της Λαμπρής δεν πρέπει να λείπει κανείς ούτε και

                  αυτοί που πενθούν.

                  Παλαιότερα, τα γλέντια συνεχίζονται και τις επόμενες μέρες της

                  Λαμπρής εβδομάδας, καθώς τις μέρες αυτές συνέπεπται και η

                  γιορτή του Αγίου Γεωργίου με κορύφωση τη μέρα της Ζωοδόχου

                  Πηγής.

                  ΤΟ ΓΛΕΝΤΙ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

                  Στο Γηρομέρι τη δεύτερη μέρα

                  του Πάσχα, μουσικοί και κάτοικοι

                  επισκέπτονται τα Κοιμητήρια όπου

                  θα παίξουν και θα τραγουδήσουν το

                  αγαπημένο τραγούδι κάθε νεκρού,

                  επιβεβαιώνοντας ότι από το γλέντι του

                  Πάσχα, δεν πρέπει να απέχει κανένας

                  ζωντανός ή νεκρός.

                  

                  ΠΗΓΕΣ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ

                  Μ.Γ Μερακλή - Λαογραφικά ζητήματα

                  Π. Κουτσουράδη - Λαογραφικές σελίδες της Κω, κείμενα και

                  φωτογραφίες που πλαισιώνουν τη δισκογραφική παραγωγή του

                  Καλλιτεχνικού Συλλόγου Δημοτικής Μουσικής Δόμνα Σαμίου με

                  τίτλο "Τα Πασχαλιάτικα Επιμέλεια κειμένων:Γίδα Σοφία

                  Προτάσεις για ένα ξεχωριστό Πάσχα

                  Έθιμα της Κυριακής των Βαίων

                  Την Κυριακή των Βαΐων, οι εκκλησίες στολίζονται με βάγια, σε

                  ανάμνηση της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Τα βάγια

                  είναι φύλλα δάφνης ή φοινικόφυλλα -κυρίως στα νησιά. ΤΑ

                  φοινικόφυλλα, κομμένα από την πρώτη Κυριακή της Σαρακοστής,

                  μένουν μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου θαμμένα μέσα στην άμμο.

                  Τότε τα παίρνουν οι γυναίκες και πλέκουν μ΄αυτά περίτεχνα

                  σταυρουδάκια που μοιράζονται στους πιστούς μετά τη θεία

                  λειτουργία.

                  ΒΑΓΙΑ ΚΑΙ ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

                  Τα Βάγια τα έφερναν στην εκκλησία οι νιόπαντρες της χρονιάς.

                  Το κίνητρο της πράξης ήταν η απόχτηση παιδιών. Με τα βάγια

                  χτυπούσε η μία την άλλη, "βαγιοχτυπήματα", για να μεταδοθεί η

                  γονιμοποιός δύναμη του αειθαλούς φυλλώματος.

                  Επειτα τα βάγια τα τοποθετούσαν στο εικονοστάσι, στα χωράφια,

                  στα μαντριά, στα καΐκια και γενικά σε ό,τι "καρπίζει" για την

                  καλή παραγωγή.

                  ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΠΑΡΑΓΓΕΛΝΟΥΝ

                  Επίσης όποιος έχει φρεσκοπεθαμένο στην οικογένεια, πάει βάγια

                  στον τάφο του. Είναι αίτημα του ίδιου του νεκρού, όπως

                  αναφέρει ο Γ. Μέγας, που εκφράζεται στο μοιρολόι.

                  Παιδί μου σε παρακαλώ και μια εντολή σ' αφήνω. Στείλε μου των

                  Βαγιών κλαρί και τη Λαμπρή λαμπάδα και το μεγάλο Σάββατο τα

                  ρούχα μου ν' αλλάξω για να ασκήσω ανάσταση με τους νεκρούς

                  αντάμα.

                  Την Κυριακή των Βαΐων, τρώνε ψάρι, όπως γίνεται σε κάθε μεγάλη

                  γιορτή σε περίοδο νηστείας.

                   Έθιμα της Μ Εβδομάδας

                  Έθιμα του Σαββάτου του Λαζάρου

                  "ΛΑΖΑΡΑΚΙΑ"

                   Σε κάποιες περιοχές -κυρίως νησιωτικές- οι νοικοκυρές ετοιμάζουν τα "Λαζαράκια".

                  Είναι μικρά ψωμάκια σε σχήμα ανθρώπου σαβανωμένου -όπως παρουσιάζεται ο Λάζαρος στις εικόνες, με δύο γαρίφαλα στη θέση των ματιών. Είναι νηστήσιμα και γεμισμένα με καρύδια, σταφίδες και δισάσμι (καρποί της γης).Στην Κω θεωρούν απαραίτητη την ετοιμασία τους. Λένε μάλιστα, πως ο Λάζαρος είπε: "Οπου ζυμώσει και (δεν με πλάσει, τα χεράκια του να χάσει".

                  ΑΓΕΡΜΟΙ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

                  Συνηθισμένα σε όλη την Ελλάδα είναι τα κάλαντα (αγερμοί) τη μέρα του Λαζάρου. Ψάλλονται από ομάδες παιδιών (με διαφοροποιήσεις ως προς το φύλο, την ηλικία και το περιεχόμενο κατά περιοχή). Τα παιδιά κρατούν στα χέρια στολισμένα καλαθάκια ή Λαζαράκια ή Λαζάρια (σε μια ξύλινη κοντάλα δένουν σταυρωτά ένα ξύλο. Το ντύνουν με ένα άσπρο ύφασμα και το στολίζουν με λουλούδια). Σε κάποιες περιοχές μάλιστα, ένα από τα παιδιά, τυλίγεται με σεντόνι παριστάνοντας το νεκρό Λάζαρο που σηκώνεται (ανασταίνεται) όταν ακουστεί το εγερτήριο μήνυμα που περιέχεται στο τραγούδι. Στους καλαντιστές δίνονται αυγά λεφτά ή καρποί. Κάλαντα από τη Μαγνησία (κοριτσιών)

                  Ηρθ' ο Λάζαραρος, ήρθαν τα Βάγια

                  ήρθ' η Κυριακή που τρων τα ψάρια.

                  Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι

                  ήρθ' η μάνα σου από την πόλη

                  σου' φερε χαρτί και κομπολόι.

                  Γράψε Θόδωρε και συ Δημήτρη,

                  γράψε Λεμονιά και Κυπαρρίση.

                  Τον κουφνάκι μου θέλει αυγά

                  κι η τσιπούλα μου θέλει λεφτά.

                  Βάγια - βάγια των Βαγιών

                  τρώνε ψάρι και κολιό

                  και την άλλη Κυριακή

                  τρώνε το παχύ τ' αρνί.

                  ΛΑΖΑΡΙΝΕΣ

                  Στις κεντρικές και βόρειες περιοχές της

                  Ελλάδος, τα κάλαντα λέγονταν και από

                  ομάδες εφήβων κοριτσιών τις Λαζαρίνες.

                  Η εμφάνισή τους, έχει μια ιδιαίτερη σημασία

                  και πραγματοποιείται μετά από προετοιμασία

                  (μύηση) από μεγαλύτερες Λαζαρίνες.

                   Έθιμα της Κυριακής των Βαίων

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Ιωσήφ του από Αριμαθαίας

 



Η μνήμη του Ιωσήφ του από Αριμαθαίας τιμάται κάθε χρόνο στις 17 Μαρτίου από τις Δυτικές Χριστιανικές Εκκλησίες και στις 31 Ιουλίου από την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία.

 

Ο Ιωσήφ της Αριμαθείας ή Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας ήταν μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ, πλούσιος και μυστικός μαθητής του Ιησού, που φέρεται να αντιτάχθηκε στη καταδίκη του και ο οποίος, σύμφωνα με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (27:57-60), μετά τον θάνατο του Ιησού ζήτησε από τον Πόντιο Πιλάτο την άδεια να αποκαθηλώσει το νεκρό σώμα του Ιησού από τον Σταυρό, προκειμένου να το προετοιμάσει για τον ενταφιασμό (κηδέψει) στον παραχωρούμενο, από τον ίδιο τον Ιωσήφ, λαξευτό τάφο, πιθανώς οικογενειακό. Πράγματι η άδεια αυτή του παραχωρήθηκε και με βοηθό του τον (ελληνοφανή) Νικόδημο "το Άχραντον Σώμα σινδόνι καθαρά ειλήσας και αρώμασι εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο", έως την ανάστασή Του. Ο Ιωσήφ αναφέρεται και από τους τέσσερις Ευαγγελιστές[1], αλλά επί της ουσίας τίποτα περαιτέρω δε γνωστοποιείται για τις μεταγενέστερες δραστηριότητές του.

Ο μύθος, όμως, μας παρέχει το υπόλοιπο της ιστορίας του αναφέροντας ότι ο Ιωσήφ συνόδευσε τον απόστολο Φίλιππο, τον Λάζαρο, τη Μαρία Μαγδαληνή και άλλους σε ιεραποστολή στους Γαλάτες. Ο Λάζαρος και η Μαρία έμειναν στη Μασσαλία, ενώ οι άλλοι ταξίδεψαν βόρεια. Στο κανάλι της Μάγχης ο Αγ. Φίλιππος έστειλε τον Ιωσήφ με δώδεκα μαθητές για να εγκαθιδρύσουν τον Χριστιανισμό στη μακρινότερη γωνιά της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το νησί της Βρετανίας. Τούτο το «γεγονός» συνέβη το 63 μ.Χ., ενώ ορισμένοι ιστορικοί το τοποθετούν στο 37 μ.Χ. Λέγεται πως ο Ιωσήφ έγινε πλούσιος εμπορευόμενος μέταλλα και τούτος είναι πιθανώς ο λόγος για τον οποίο φημολογείται ότι ήδη γνώριζε τη Βρετανία, ιδιαίτερα τις νοτιότερες περιοχές της. Η Κορνουάλη ήταν η κύρια μεταλλευτική περιοχή και γνωστή στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία για τον κασσίτερό της. Το Σόμερσετ, επίσης ήταν γνωστό για τον υψηλής ποιότητας μόλυβδό του. Ορισμένοι ακόμη ισχυρίζονται ότι ο Ιωσήφ ήταν θείος της Μαρίας και επομένως παππούς του Ιησού, και ότι πιθανώς είχε πάρει μαζί του το νεαρό αγόρι σε ένα από τα επιχειρηματικά ταξίδια του στο νησί. Από τούτον τον μύθο άντλησε και ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ την έμπνευσή του στην Ιερουσαλήμ:

Ο Ιωσήφ έκρυψε το Γκράαλ στο Γκλάστονμπερι (εκεί που χρόνια τώρα γίνεται το περίφημο ροκ φεστιβάλ) και η αναζήτηση του θείου σκεύους αποτέλεσε δημοφιλές θέμα του Αρθουριανού μύθου, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα (Monty Python, Κώδικας Ντα Βίντσι κ.ά.). Πάντως, η ιστορική έρευνα έχει αρκετούς λόγους να αμφιβάλλει ακόμα και για το αν πάτησε το πόδι του στη Βρετανία ο Ιωσήφ. 


 

 

Η Διαμόρφωση του Βαθμού του Διδασκάλου

 



Η Διαμόρφωση του Βαθμού του Διδασκάλου

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, 33ο.

(Προς αποφυγή παρερμηνειών όπου υπάρχει Σκωτικός εννοείται Σκωτσέζικος)

Η διαμόρφωση του βαθμού του Διδασκάλου, η σύνθεση του μύθου του και η εξάπλωσή του, καταλαμβάνουν το πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Αυτή η μακρά περίοδος αποτελεί για τους ιστορικούς περίπου ένα εφιάλτη, κατά την διερεύνησή του τόσο από τα γραπτά κείμενα, όσο και την Παράδοση. Ο τρίτος βαθμός εμφανίζεται για πρώτη φορά λίγο πριν το ξεκίνημα του αιώνα σε ένα χειρόγραφο που φέρει το όνομα «χειρόγραφο Sloane Νο 3329», όταν τα Συντάγματα του Anderson του 1723 δεν εγνώριζαν παρά μόνον τους δύο πρώτους βαθμούς. Συγκεκριμένα το 1695 δεκατρείς Διδάσκαλοι της Σκωτικής Στοάς του Χάμιλτον «ιδρύουν μία εταιρεία», όταν η Σκωτική Στοά του Κέλσο δεν θα ανακαλύψει τον 3ο βαθμό παρά μόνον το 1754, μετά από 60 ολόκληρα χρόνια. Αυτό σημαίνει μία σταδιακή ενσωμάτωση του βαθμού στις επί μέρους Στοές. Το 1737 ο Charles Radclyffe Derwentwater, «Μέγας Διδάσκαλος της αρχαιοτάτης και λίαν πεφωτισμένης εταιρείας των ελευθεροτεκτόνων εν τω βασιλείω της Γαλλίας» χορηγεί στον βαρώνο Carl Fredrik Scheffer την πληρεξουσιότητα «να μυήσει Διαδασκάλους Τέκτονες» στην Σουηδία, όταν το 1743 ο μαρκήσιος της Αυλής του Balleroy, αντιπρόσωπος του δούκα του Antin υπογράφει ένα έγγραφο που τιτλοφορείται «Γενικοί Κανονισμοί εξηγμένοι από τους αρχαίους καταλόγους των Στοών προς χρήσιν αυτών της Γαλλίας», οι οποίοι (κανονισμοί) δεν αναγνωρίζουν παρά μόνον τους βαθμούς του Μαθητή και του Εταίρου. Δύο προηγούμενα θα μας επιτρέψουν να ξετυλίξουμε το κουβάρι αυτών των παράλληλων μεταβολών: από την μια πλευρά η συνύπαρξη σ’ αυτό το πρώτο μισό του 18ου αιώνα των διαφόρων παραδόσεων του Ελευθεροτεκτονισμού και από την άλλη πλευρά οι διαφορές οργάνωσης ανάμεσα στις Στοές της Σκωτίας και αυτές της Αγγλίας κατά τον 17ο και στις αρχές του 18ου αιώνα, που αφορούσαν κυρίως το καθεστώς και το λειτούργημα των Διδασκάλων σ’ αυτές τις δύο χώρες.

Διαφορετικές παραδόσεις του Τεκτονισμού. Ο Leon Hyneman γράφει στα 1877: «η κίνηση του 1717 δεν ήταν μια «ανανέωση», όπως λέει ο Anderson… Ήταν μία «επανάσταση»...» Αλλά οι 4 Στοές, που συγκεντρώθηκαν στην Ταβέρνα της Μηλιάς, ήταν μόνον αυτές και δεν είχαν επαφές ή σχέσεις με άλλες τεκτονικές οργανώσεις; - Στις αρχές του 18ου αιώνα υπήρχαν στην Σκωτία 25 Στοές, που, η πλειοψηφία τους ήταν επαγγελματική και συντηρητική, αλλά 6 από αυτές ιδρύθηκαν από θεωρητικούς στην πλειοψηφία τους, αυτές των: Dunblane, Hamilton, Kelso, Haughfoot, Aberdeen, Dumfries. Οι μέσα σ’ αυτές τις Στοές μη επαγγελματίες Τέκτονες αγνοούνται απολύτως το 1717 από τους Anderson και Desaguliers. Μία μορφή μη επαγγελματικού ελευθεροτεκτονισμού υπήρχε επίσης πριν το τέλος του 17ου αιώνα στην Ιρλανδία, όπως φαίνεται το 1688 σε μία ομιλία με τίτλο «Terrae filius», που πραγματοποιήθηκε στο περίφημο Trinity College του Δουβλίνου. Τα πρώτα πρακτικά Μεγάλης Στοάς ανάγονται στο 1726 και αναφέρονται στην εκλογή κατά το 1725 ενός νέου Μεγάλου Διδασκάλου. Στο αγγλικό έδαφος υφίστατο ένας παραδοσιακός τεκτονισμός πριν την ίδρυση της Μεγάλης Στοάς του Λονδίνου. Το «χειρόγραφο York ms Νο 4» υπογράφεται το 1693 από τον Mark Kypling και περιέχει τα ονόματα των μελών της Στοάς μεταξύ των οποίων και του Επόπτη Διδασκάλου «(Lodg Ward) κου Ισαάκ Μπρέντ». Επίσης στα αρχεία της Στοάς του York μεταξύ 1712 και 1725 αναφέρονται «αρχαίες και εντιμότατες Συνελεύσεις ελευθέρων και αποδεκτών Τεκτόνων»». Παράλληλα στις αρχές του 18ου αιώνα εμφανίζονται οι πρώτες Στοές στην Γαλλία, η Στοά «La Parfaite Egalite» του Συντάγματος της Ιρλανδικής Φρουράς και το 1725 μια Στοά που ιδρύεται από οπαδούς του Ιακώβου Στιούαρτ τους Σκώτους Derwentwater και Mac Lean και τον Ιρλανδό O’ Heguerty. Αυτές οι Στοές δεν έχουν καμμιά σχέση με την Μεγάλη Στοά του Λονδίνου, της οποίας η πρώτη παρουσία στο Παρίσι γίνεται με την ίδρυση μιας Στοάς από τον δούκα του Richmond το 1734. Μέχρι το 1743 τουλάχιστον τα δύο παρακλάδια ελευθεροτεκτονισμού στην Αγγλία δεν είχαν καμμία συνεργασία. Άλλωστε και ο Anderson κλείνοντας τα Συντάγματα του 1738 γράφει τα εξής: «... όμως η αρχαία Στοά της πόλης του York και οι Στοές της Σκωτίας, Ιρλανδίας, Γαλλίας και Ιταλίας, επιζητώντας την ανεξαρτησία τους έχουν τους δικούς τους Μεγάλους Διδασκάλους». Παρατηρούμε λοιπόν μία επίδραση ισχυρή στον Γαλλικό Τεκτονισμό τόσο Σκωτική, όσο και Ιρλανδική με την διαμόρφωση δύο ρευμάτων, ενώ παράλληλα στο αγγλικό έδαφος με ύπαρξη μιας Στοάς «των αρχαίων» και μιας «των σύγχρονων» διαμορφώνονται επίσης δύο ρεύματα.

Οργάνωση των Στοών και καθεστώς των Διδασκάλων Στην Αγγλία κάθε Στοά συνενώνει μαθητές και εταίρους ενός μόνο επαγγέλματος και αυτούς τους διευθύνει ένας Διδάσκαλος και μόνον. Μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα δεν υπάρχουν στην Αγγλία Σκωτικές Στοές. Από την εορτή του Αγίου Ιωάννου του Δεκεμβρίου του 1598 στο Εδιμβούργο οι Σκωτικές Στοές έχουν καταστατικά και διατάξεις και από το 1599 καταγράφουν τις αποφάσεις τους σε τηρούμενα αρχεία. Είναι Στοές που συνενώνουν όλους τους μαθητές, τους εταίρους του επαγγέλματος και Διδασκάλους μιας μεγάλης πόλης ή μιας γεωγραφικής περιφέρειας και διευθύνονται από έναν επόπτη «Warden» εκλεγόμενο για ένα έτος. Κατά την διάρκεια όμως του 17ου αιώνα είναι πολλές πλέον οι Σκωτικές Στοές που έχουν καταγεγραμμένους πολλούς Διδασκάλους και ότι αυτοί και μόνον και όχι οι εταίροι έχουν δικαίωμα ψήφου για την εκλογή του Επόπτη Διδασκάλου της Στοάς. Από αυτό φαίνεται ότι ήταν διαφορετικό το καθεστώς των εταίρων από αυτό των Διδασκάλων, όπως βεβαιώνεται άλλωστε και στα «Αρχαία Καθήκοντα».

Πρώτο τέταρτο του 18ου αιώνα – Η Σκωτική επίδραση Το πιο γνωστό αρχαίο χειρόγραφο που περιέχει στοιχεία τυπικού, είναι ένα σκωτικό χειρόγραφο, που ανακαλύφθηκε στα Αρχεία της Πόλης του Εδιμβούργο και φέρει την ένδειξη : «Μερικά ζητήματα σχετικά με την «Λέξη του Τέκτονα» 1696». Φαίνεται να ανταποκρίνεται στις συνήθειες των Σκωτικών Στοών και κατά πάσα περίπτωση σε αυτήν του Haughfoot. Τα πρακτικά αυτής της Στοάς αρχίζουν από την ημέρα της γιορτής του Αγίου Ιωάννη του Χειμώνα 1702. Σ’ αυτά περιέχεται ένα τυπικό που δεν κάνει διάκριση μεταξύ «εταίρου του επαγγέλματος» και «Διδασκάλου Τέκτονα». Στο τυπικό χρησιμοποιούνται οι δύο βιβλικές λέξεις J... και B... που δίνονται ολόκληρες σε ερώτηση και απάντηση. Δεν διευκρινίζεται αν η μία είναι του Μαθητή και η άλλη του Εταίρου. Φαίνεται ότι με την ερώτηση και την απάντηση οι δύο αυτές λέξεις μαζί αποτελούν την «Λέξη του Τέκτονα». Σ’ αυτό το τυπικό συναντούμε πολλούς προσδιορισμούς για τα μέλη της Στοάς αλλά και τις λέξεις «free masons» που όμως τις συναντούμε για πρώτη φορά στα πρακτικά της ιστορικής Στοάς «Mary’s Chapel» από το 1636. Αυτό το τυπικό περιγράφει και τα διαφορετικά σημεία, χειραψίες και βηματισμό εταίρων και Διδασκάλων, όπως τα ξέρουμε και σήμερα και αναφέρεται για πρώτη φορά «η Λέξη του Διδασκάλου» και είναι η λέξη Mahabyn που χωρίζεται σε δύο: Maha και Byn. Έτσι δύο δεκαετίες πριν τα Συντάγματα του Anderson οι Σκωτικές Στοές γνωρίζουν 3 βαθμούς και την μετάδοση της «Λέξης του Διδασκάλου», περίπου όπως τα γνωρίζουμε και σήμερα. Πάντως το 1721 όταν ο Desaguliers επισκέπτεται την Στοά Mary’s Chapel, αυτή εργάζεται στους δύο βαθμούς και μύηση στον 3ο βαθμό αναφέρεται στα πρακτικά του 1738. Θα χρειασθεί ένας περίπου αιώνας από το 1726 έως το 1813, ώστε όλες οι Σκωτικές Στοές να εργάζονται και στους 3 βαθμούς. Πριν το 1700 ο Χιράμ δεν εμφανίζεται σε κανένα γραπτό ντοκουμέντο πλην του χειρογράφου «Dumfries Νο 4» των αρχών του αιώνα. Το χειρόγραφο αυτό περιέχει κανόνες σεβασμού της Καθολικής Εκκλησίας και του Βασιλιά της Αγγλίας. Στη θέση της «Λέξης του Τέκτονα» μπαίνει το «Βασιλικό Μυστικό». 25 έτη μετά βρίσκουμε πάλι την Σκωτική επίδραση σε δύο ντοκουμέντα. Το πρώτο είναι πρακτικά μιας Στοάς, όπου αναφέρεται πώς ο αδελφός Charles Cotton μυήθηκε κανονικά στο Βαθμό του Διδασκάλου και το δεύτερο το χειρόγραφο «Graham» που αναφέρεται σε μια «Σεβασμιωτάτη Στοά Διδασκάλων και εταίρων» και στο τυπικό της μύησης στον 3ο βαθμό σε εξαιρετική ομοιότητα με το τυπικό που έχουμε σήμερα.

Η ιρλανδική επίδραση.

Το δεύτερο χειρόγραφο, που δίνει την «Λέξη του Διδασκάλου» είναι Ιρλανδικό, αυτό του Trinity College του Δουβλίνου του 1711. Εκει αναφέρεται ρητά ότι μία πλήρης και τελεία Στοά είναι: «3 Διδάσκαλοι, 3 Εταίροι και 3 Μαθητές». Και στην συνέχεια δίνονται οι λέξεις, τα σημεία και ο βηματισμός. Εδώ έχουμε το σύστημα των 3 βαθμών, αλλά μέσα στην καρδιά του βαθμού του Διδασκάλου εμφανίζεται η Βασιλική Αψίδα και η λέξη του βαθμού «Jehova».

Η περίπτωση των Άγγλων.

Ένα τρίτο ντοκουμέντο, όπου εμφανίζεται η «Λέξη του Διδασκάλου» είναι δύο στιχάκια ανώνυμα δημοσιευμένα στην λονδρέζικη εφημερίδα «Flying Post». Στο τέλος γράφει: η ιδιότητά σου (του τέκτονα δηλαδή) και ο «Maughbin» θα σε καταστήσουν ελεύθερο. Στα Συντάγματα του Anderson ο βαθμός του Διδασκάλου ανήκει μόνον στον Επόπτη (Σεβάσμιο) της Στοάς. Σε ένα άλλο ντοκουμέντο αγγλικό εμφανίζονται δύο διδασκαλίες: στην πρώτη και στην ερώτηση – αδ:. μου είσθε τέκτων;» - Η απάντηση είναι: - «οι αδελφοί μου με αναγνωρίζουν ως Τέκτονα». Στην δεύτερη η απάντηση είναι: -«Είμαι τέκτονας» σύμφωνα με τους κανονισμούς του Desaguliers. Φαίνεται πως αυτοί οι νέοι τέκτονες υπό τον κανονισμό του Desaguliers είναι αυτοί της Μ:.Στοάς του 1717. Σ’ αυτό το ίδιο χειρόγραφο αναφέρεται επίσης κάτι εξ ίσου σημαντικό: Τα τρία χτυπήματα δεν είναι του μαθητή αλλά του Διδασκάλου από τα τρία χτυπήματα κατά του Χιράμ. Έτσι λοιπόν στο πρώτο 4ο του 18ου αιώνα ο Ελευθεροτεκτονισμός εμφανίζεται στην Αγγλία με δύο πρόσωπα: ένα με τους δύο βαθμούς που εξαπλώνεται στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας και ένα με τους 3 βαθμούς κάτω από την επίδραση της Σκωτίας και της Ιρλανδίας. Ακόμη επίσης εμφανίζονται και 4 παραλλαγές της λέξης Μ:.Β:. φωνητικά κοντά στο Mahhabone της Μεγάλης Στοάς των Αρχαίων και στο MachBenah του «διαιρεμένου ελευθεροτεκτονισμού», ένα κείμενο του Samuel Prichard το 1730. Ο μύθος του 3ου βαθμού δεν εμφανίσθηκε ξαφνικά, όπως είδαμε προηγουμένως. Στο έργο του Prichard «Masonry dissected» εμφανίζονται τα τυπικά των 3 βαθμών ξεχωριστά και στον 3ο βαθμό ο μύθος του Χιράμ αναλυτικά. Εκεί αναφέρεται: «οι Διδάσκαλοι ταξιδεύουν από την Ανατολή προς την Δύση προκειμένου να αναζητήσουν αυτό που χάθηκε και τώρα βρέθηκε...», δηλαδή την Λέξη του Διδασκάλου Τέκτονα. - Πως χάθηκε η Λέξη; - από τα 3 χτυπήματα ή τον θάνατο του Διδασκάλου Χιράμ. Εκεί επίσης αναφέρεται τέλος ότι η ηλικία του Διδασκάλου είναι «επτά ετών και πλέον».

Ένας Ελευθεροτεκτονισμός δύο ταχυτήτων.

Ενώ στην Αγγλία έχουμε την παραπάνω διπλή πορεία, το 1738 ο Hugo O’Kelly, Σεβάσμιος της Ιρλανδικής Στοάς της Λισαβόνας συλλαμβάνεται από την Ιερά Εξέταση και οδηγείται σε ανάκριση. Κατά την διάρκειά της και μετά από βασανιστήρια, αφού φανερώνει τα σημεία των 3 βαθμών χρησιμοποιεί όρους που μας οδηγούν στο βαθμό της Βασιλικής Αψίδας και συγκεκριμένα: «... υπάρχουν επίσης δύο συμπληρωματικοί βαθμοί που ονομάζονται «Έξοχοι Τέκτονες» και «Μεγάλοι Τέκτονες», που βρίσκονται επάνω από όλους τους άλλους και είναι ανώτεροι του βαθμού που εγώ ασκώ». Παράλληλα στην Γαλλία την ίδια περίοδο εμφανίζονται και εφαρμόζονται και τα δύο ρεύματα. Οι Τέκτονες περί τον Δούκα d’Antin ασκούν τον ελευθεροτεκτονισμό του Anderson ενώ οι περί τον Charles Radclyffe κόμη του Derwentwater ασκούν ένα τύπο που οδηγεί στον σημερινό Σκωτικό. Το 1738 δημοσιεύονται τα νέα Συντάγματα του Anderson. Στα πρώτα του 1723 εξυμνείται το μεγαλείο και η Σοφία του Σολομώντα. Στα δεύτερα του 1738 για πρώτη φορά του αποδίδεται η κατηγορία της επιρρέπειας προς τις ξένες και όμορφες γυναίκες, που τον παρέσυραν έξω από την «αληθινή θρησκεία» και έτσι αντ’ αυτού εξυμνείται πλέον το μεγαλείο και η Σοφία του Χιράμ Αμπίφ. Ο 3ος βαθμός καθιερώνται και στην Αγγλία. Από το 1738 μέχρι το 1761 πολύ λίγα έγγραφα εμφανίζονται για τον Τεκτονισμό στην Αγγλία. Αντίθετα στην Γαλλία εμφανίζονται πολλά ντοκουμέντα. Μεταξύ αυτών μία «Τεκτονική Κατήχηση» του 1744, που προσδιορίζει τη λέξη «J...» για τους Μαθητές, την λέξη «B...» για τους Εταίρους και τη λέξη «Mac-Benac» για τους Διδασκάλους, λέξη που σημαίνει για τους τέκτονες «η σάρκα καταλείπει τα οστά». Σ’ αυτήν την Διδασκαλία ακόμη ο Διδάσκαλος δεν είναι πλέον ο Χιράμ αλλά ο Αδωνιράμ. Η δολοφονία δεν γίνεται κατά την παύση των εργασιών του μεσημεριού αλλά το βράδυ και όχι στην δυτική πόρτα του Ναού αλλά σ’ αυτήν της Ανατολής. Ο Σολομών στέλνει 9 αδελφούς στην έρευνα και όχι 15, όπως αναφερόταν αρχικά στον μύθο, 7 ημέρες μετά την γνώση του θανάτου και όχι μετά από 15 και ένα κλαδί δένδρου για πρώτη φορά και για πάντα έκτοτε γίνεται ένα κλαδί ακακίας. Από τότε : .... «η ακακία μου είναι γνωστή». Η διδασκαλία που ακολουθεί εισάγει το γράμμα «G», την κλίμακα και το «Μέσον Δώμα». Το όνομα του Νεόφυτου Διδασκάλου δεν είναι πλέον, όπως στα παλαιότερα τυπικά «Gassia» αλλά «Gabanon» και εάν ταξιδεύει από την Ανατολή προς την Δύση δεν είναι «προς αναζήτηση αυτού που χάθηκε αλλά τώρα αναβρέθηκε» αλλά «για να διαδώσει το Φως».

Από τον 18ο στον 19ο αιώνα

Τον Ιούλιο του 1751 6 Στοές ιδρύουν στο Λονδίνο την Μεγάλη Στοά των Αρχαίων, προκειμένου να τηρούν τις παλαιές παραδόσεις. Εκεί διαπιστώνουν ότι οι Σκώτοι και οι Ιρλανδοί έχουν μυηθεί με τυπικά ίδια με τα δικά τους και αναγνωρίζονται από αυτούς ως κανονικοί αδελφοί. Το 1762 δημοσιεύεται στο Λονδίνο ένα κείμενο – σύγγραμμα με τον τίτλο «J... and B...». Σ’ αυτό περιέχεται το άνοιγμα και το κλείσιμο των εργασιών, οι διδασκαλίες και των 3 βαθμών και η τελετή εγκατάστασης του Διδασκάλου (Σεβασμίου) της Στοάς. Στην διδασκαλία του 3ου η λέξη είναι «Mahabone» ή «Mac Benach». Το 1964 αναβρέθηκε στα αρχεία της Στοάς της Γενεύης «Union des Coeurs» ένα αντίτυπο του παραπάνω συγγράμματος με πλήθος σημειώσεων ενός Ελβετού Τέκτονα, που έζησε 30 περίπου χρόνια στην Ιρλανδία, του Εμμανουέλ Τσίμμερμαν. Ο Τσίμμερμαν διετέλεσε μεταξύ άλλων Σεβάσμιος της Στοάς 13/171 του Δουβλίνου και σύχναζε στη Στοά των Αρχαίων στην ταβέρνα «Black Horse» στο Λονδίνο. Ήταν παρών στην ίδρυση του «Στρατοπέδου των Υψηλών Ναϊτών του Κιλγουϊνιγκ» στο Δουβλίνο το 1779, το αρχαιότερο στον κατάλογο των Ιπποτών Καδώς και Ιπποτών του Ηλίου του «Κολλεγίου των φιλοσοφικών Τεκτόνων», ήταν μέλος του Περιστυλίου της Στοάς της Τελείας Τηρήσεως του Λονδίνου και θεωρείται ένας από τους δύο εισαγωγείς του βαθμού του Ιππότη Ροδόσταυρου στην Ιρλανδία το 1796. Μεταξύ των πάρα πολλών διορθωτικών σημειώσεων μία αναφέρεται στην ορθή χρήση των δύο λέξεων και επισημαίνεται η επιστροφή στην Αρχαία Παράδοση, όπου η λέξη «B...» ανήκει στους μαθητές και η λέξη «J...» στους εταίρους. Ο βαθμός του Διδασκάλου μένει ανέπαφος.

Ο «Οδηγός των Σκώτων Τεκτόνων»

Το 1804 ο Αύγουστος de Grasse – Tilly έχει επιστρέψει στην Γαλλία (αφού ίδρυσε με τον Αμερικανό Τζων Μίτσελ το Ύπατο Συμβούλιο της Νότιας Δικαιοδοσίας το 1801 και το βραχύβιο Ύπατο Συμβούλιο της Αμερικής στις Αντίλλες το 1802) και γίνεται Μέγας Διδάσκαλος της Μεγάλης Σκωτικής Στοάς της Γαλλίας του Αρχαίου Τύπου, που γίνεται αμέσως Μεγάλη Ανατολή της Γαλλίας, ενώ ιδρύεται από αυτόν την ίδια χρονιά και το Ύπατο Συμβούλιο της Γαλλίας, το δεύτερο στην Υφήλιο και το πρώτο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Εφαρμόζει στις Στοές Τυπικά των 3 βαθμών εμπνευσμένα από αυτά των Αρχαίων του Λονδίνου. Το 1810 εκδίδεται ο «Οδηγός των Σκώτων Τεκτόνων» με τα 3 τυπικά των 3 βαθμών, όπου ο 3ος Βαθμός είναι εξαιρετικά πιστός στο τυπικό των αρχαίων, όπως έχει καταγραφεί στο κείμενο του έργου «The Three distinct knocks». Το γαλλικό τυπικό που ισχύει σήμερα στον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο, βρίσκεται εξαιρετικά κοντά στον παραπάνω «Οδηγό των Σκώτων Τεκτόνων» με μόνες αλλά πράγματι σημαντικές διαφορές να είναι: α) Η εξάλειψη της ποινής των δολοφόνων, που κρατήθηκε για ανώτερους βαθμούς και β) Η αντικατάσταση των πένθιμων πετασμάτων του Μέσου Δώματος από το παραπέτασμα στα Άγια των Αγίων. Επίσης να σημειωθεί ότι το έμβλημα του 3ου βαθμού, δηλαδή η Ακακία, η φράση αναγνώρισης «η Ακακία μου είναι γνωστή» και ο εναγκαλισμός του πτώματος είναι δημιουργίες του γαλλικού Τεκτονισμού. Παρ’ όλα αυτά παραμένει σημαντικό ότι ο μύθος, η σημειολογία του και η κατασκευή των 3 βαθμών παραμένει θεμελιώδης κληρονομιά της Ιρλανδικής παράδοσης εμπλουτισμένης από την Σκωτική, που δεν είναι αυτή των παραδοσιακών επαγγελματικών Στοών της Σκωτίας και που μεταμορφώνει τον 3ο βαθμό όχι στην απλή αναζήτηση της αρχαίας λέξης του Διδασκάλου, αυτής της Βασιλικής Αψίδας, αλλά στην διαδρομή του Διδασκάλου προς αναζήτηση του Απωλεσθέντος Λόγου και της τιμωρίας των δολοφόνων. Αλλά εν πάση περιπτώσει ο ελευθεροτεκτονισμός εισήχθη στην Γαλλία, ας μην το ξεχνάμε, από Ιρλανδούς και Σκώτους ευγενείς που εξορίστηκαν στην Γαλλία εξ αιτίας της πίστης τους προς τον Ιάκωβο Στιούαρτ και την Καθολική Εκκλησία.-

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΕΙΡΑΜΙΚΟΥ ΜΥΘΟΥ

 



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΕΙΡΑΜΙΚΟΥ ΜΥΘΟΥ

(ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ: ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΙΡΑΜ ΣΤΟ «ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟ»

[ ΥΠΟΓΕΙΟ-ΣΤΟΑ-ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΡΥΜΜΕΝΟ ]

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙΝΟ ΤΥΠΟ ΤΟ 1852 ΩΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΡΓΟ.

 

(Mετά από την προδοσία από ορισμένους από τους εργάτες του, η διοχέτευση της Xάλκινης Θάλασσας κατέληξε σε καταστροφή...)

 

Ξαφνικά ο Aδωνιράμ αντιλαμβάνεται ότι ο ποταμός του λιωμένου χαλκού ξεχείλισε. H ανοικτή πηγή ξέρασε χειμάρρους. H παραφορτωμένη άμμος καταρρέει: Pίχνει το βλέμμα του πάνω στην Xάλκινη Θάλασσα. H μήτρα ξεχειλίζει. Mια ρωγμή εμφανίζεται στην κορυφή. Pυάκια λάβας κυλούν απ’ όλες τις πλευρές. Bγάζει μια τόσο τρομακτική κραυγή, ώστε ο αέρας γεμίζει από αυτήν και η ηχώ της επαναλαμβάνεται σε όλα τα βουνά. Eπειδή φαντάστηκε ότι η παραζεσταμένη γη θα κρυσταλλωθεί, ο Aδωνιράμ πήρε μια σωλήνα που κατέληγε σε μια δεξαμενή νερού και, βιαστικά, κατευθύνει μια στήλη ύδατος στην βάση των στηριγμάτων της μήτρας της δεξαμενής. Όμως, το σιντριβάνι της λάβας, που πια δυνάμωνε, καταβρόχθισε τα πάντα: Tα δύο υγρά άρχισαν να μάχονται μεταξύ τους: Mια μάζα μετάλλου περιβάλλει το νερό, το φυλακίζει, το συγκρατεί. Για να αποδεσμευτεί, το καταναλισκόμενο νερό εξατμίζεται και κάνει να εκραγούν τα εμπόδιά του. Aκούγεται μια δυνατή εκπυρσοκρότηση. O χυμένος χαλκός τινάζεται στον αέρα σα να ήταν φωτεινά δεμάτια, φθάνοντας σε ύψος είκοσι κουδδαίων. Nομίζει κανείς πως άνοιξε ο κρατήρας ενός οργισμένου ηφαιστείου. Aυτός ο θόρυβος ακολουθείται από κλαυθμούς, κραυγές φρίκης: Γιατί αυτή η βροχή των άστρων σκορπά παντού τον θάνατο: Kάθε σταγόνα λιωμένου χαλκού είναι ένα φλογερό βέλος που διαπερνά το σώμα και φονεύει. O χώρος γεμίζει από νεκρούς και, μέσα στην σιγή που ακολουθεί, ακούγεται μια τρομακτική κραυγή φόβου. O τρόμος έχει επικρατήσει. O καθένας προσπαθεί να ξεφύγει. O φόβος του κινδύνου ρίχνει μέσα στην φωτιά αυτούς που η φωτιά κυνηγά... η φωτισμένη, σπινθηροβόλα και πυρακτωμένη εξοχή θυμίζει απόψε εκείνη την τρομακτική νύχτα όπου τα Σόδομα και τα Γόμμορα πυρπολήθηκαν από τους κεραυνούς του Ιεχωβά.

O Aδωνιράμ, σαστισμένος, τρέχει δεξιά κι αριστερά για να συγκεντρώσει τους εργάτες του και να κλείσει το στόμιο της ανεξάντλητης αβύσσου. Όμως, ακούει μονάχα διαμαρτυρίες και κατάρες. Συναντά μονάχα πτώματα. Όλα τα άλλα έχουν διασκορπιστεί. Mόνος ο Σολιμάν παραμένει απαθής μέσα στον θρόνο. H βασίλισσα κάθεται ήρεμη στο πλάϊ του. Οι φλόγες κάνουν ακόμα το διάδημα και το σκήπτρο να λάμπουν μέσα σ’ αυτά τα σκότη.

 

«... O Ιεχωβά τον τιμώρησε!» λέει ο Σολιμάν στην φίλη του Bαλκίδα, «και με τιμωρεί, με τον θάνατο των υπηκόων μου, για την αδυναμία μου, για τις κολακείες μου χάριν ενός τέρατος αλαζονείας.»

 

«H ματαιοδοξία που θυσιάζει τόσα πολλά θύματα είναι εγκληματική, είπε η βασίλισσα. Kύριε, μπορούσατε να είχατε χαθεί κι εσείς κατά την διάρκεια αυτής της καταχθόνιας δοκιμασίας: Γύρω μας έπεφτε βροχή από χαλκό. Kι εσείς ήσασταν εκεί!»

«Aυτός ο ποταπός οπαδός του Bάαλ έθεσε σε κίνδυνο μια τόσο πολύτιμη ζωή! Aς φύγουμε, βασίλισσα, γιατί το μόνο που με ανησυχεί είναι ο κίνδυνος που διατρέξατε.»

O Aδωνιράμ, που περνούσε κοντά τους, τους άκουσε. Aπομακρύνθηκε μουγκρίζοντας από πόνο. Πιο πέρα, διέκρινε μια ομάδα εργατών που τον ξευτίλιζαν με κατηγόριες, συκοφαντίες και κατάρες. Tότε συνάντησε τον Σύριο Φανόρ, ο οποίος του είπε:

"Eίσαι σπουδαίος. H τύχη σε πρόδωσε, αλλά δεν είχε ως συνενόχους της τους οικοδόμους."

O Φοίνικας Αμρού τον συνάντησε κατόπιν και του είπε:

"Eίσαι σπουδαίος και θα ήσουν νικητής, αν ο καθένας είχε κάνει το καθήκον του όπως οι ξυλουργοί."

Kαι ο Iουδαίος Mεθουσαήλ του είπε:

"Oι μικρότεροι έκαναν το καθήκον τους. Όμως αυτοί οι ξένοι εργάτες είναι που, λόγω της άγνοιάς τους, έθεσαν σε κίνδυνο το επιχείρημα. Θάρρος! Ένα σπουδαιότερο έργο θα μας κάνει να εκδικηθούμε γι’ αυτή την αποτυχία."

"A", σκέφθηκε ο Aδωνιράμ, "αυτοί είναι οι μοναδικοί φίλοι που έχω βρει...". Tου ήταν εύκολο να αποφύγει τις συναντήσεις. Όλοι του γύρναγαν την πλάτη και τα σκότη προστάτευαν αυτές τις λιποταξίες. Σε λίγο, οι ανταύγειες από τα κάρβουνα κι από την λάβα που κοκκίνιζε καθώς πάγωνε στην επιφάνεια, δεν φώτιζαν πια παρά μακρινές ομάδες, που χάνονταν σιγά - σιγά μέσα στα σκοτάδια. O Aδωνιράμ, εξαντλημένος, αναζητούσε τον Mπενόνι:

"Mε εγκατέλειψε κι αυτός....", μουρμούρισε με θλίψη.

O δάσκαλος έμενε μόνος στα χείλη του κρατήρα.

"Aτιμασμένος!", αναφώνησε με πίκρα. "Nα ο καρπός μιας αυστηρής επίπονης ύπαρξης αφιερωμένης στην δόξα ενός αχάριστου ηγεμόνα! [ κριτική στη βασιλεία ]  Aυτός με καταδικάζει, και οι αδελφοί μου με απαρνούνται! Kι αυτή η βασίλισσα, αυτή η γυναίκα... Ήταν εκεί, είδε την ντροπή μου, και την καταφρόνια της πρέπει να την υποστώ! Πού είναι, όμως, ο Mπενόνι, αυτή την στιγμή που υποφέρω; Mόνος! Eίμαι μόνος και καταραμένος. Tο μέλλον έκλεισε. Aδωνιράμ, χαμογέλα για την λύτρωσή σου, αναζήτησε δε μέσα σ’αυτή την φωτιά το στοιχείο σου και τον ρέμπελο σκλάβο σου!"

 

Προχωρά, ήρεμος και αποφασιστικός, προς αυτόν τον ποταμό που κυλά ακόμα με τα κύματά του γεμάτα φλεγόμενες σκουριές, μέταλλο χυμένο, που, εδώ κι εκεί, αναβλύζει και σπινθηροβολεί καθώς έρχεται σε επαφή με το έργο. Ίσως η λάβα να σκοντάφτει πάνω σε πτώματα. Πυκνοί στρόβιλοι ιώδους και πυρόξανθης φλόγας αποδεσμεύονται με μορφή πυκνών στηλών και καλύπτουν το εγκαταλελειμμένο θέατρο αυτής της θλιβερής περιπέτειας. Eδώ είναι που αυτός ο κεραυνοβολημένος γίγαντας πέφτει καταγής και βυθίζεται μέσα στον διαλογισμό του... Με το βλέμμα προσηλωμένο πάνω σ’ αυτούς τους πυρακτωμένους στροβίλους που θα μπορούσαν να σκύψουν και να τον καταβροχθίσουν στην πρώτη πνοή του ανέμου.

 

Μερικές μορφές παράδοξες, φευγαλέες, φλεγόμενες, σχεδιάζονταν σποραδικά ανάμεσα στα σπινθηροβόλα και πένθιμα παιχνίδια του πυρακτωμένου ατμού. Tα έκθαμβα μάτια του Aδωνιράμ διέκριναν ανάμεσά τους μέλη γιγάντων, κομμάτια χρυσού, γνώμες που διαλύονταν σε καπνό ή που κονιοποιούνταν σε σπινθήρες. Aυτές οι φαντασιώσεις δεν μπορούσαν να διαλύσουν καθόλου την απελπισία και τον πόνο του. Σε λίγο, ωστόσο, κατέλαβαν την φαντασία του, φθάνοντας στο ντελίριο και του φαινόταν πως, μέσα από αυτές τις φλόγες, εγείρονταν μία βροντερή κι αυστηρή φωνή που πρόφερε το όνομά του. Tρεις φορές ο στρόβιλος μούγκρισε το όνομα του Aδωνιράμ.

Γύρω του, κανείς... Aτενίζει άπληστα την πυρακτωμένη τύρβη και μουρμουρά: "H φωνή του λαού με καλεί!"

Δίχως να στρέψει το βλέμμα του, ανασηκώνεται στηριζόμενος στο ένα του γόνατο, εκτείνει το χέρι και διακρίνει στο κέντρο των κόκκινων καπνών μια απροσδιόριστη ανθρώπινη μορφή, κολοσσιαία, που μοιάζει να παχαίνει με τις φλόγες, να συγκεντρώνεται, έπειτα να διαλύεται και να ξαναμαζεύεται. Tα πάντα ταράσσονται και φλογοβολούν γύρω του... Mονάχα αυτή η μορφή σταθεροποιείται, πότε σκοτεινή μέσα στον φωτεινό ατμό, πότε ξεκάθαρη και λαμπερή ανάμεσα σ’ ένα σωρό από αιθαλώδεις ατμούς. Σκιαγραφείται αυτή η μορφή, αποκτά διαστάσεις, μεγαλώνει κι άλλο καθώς πλησιάζει και ο Aδωνιράμ, έντρομος, αναρωτιέται ποιός είναι αυτός ο χαλκός ο προικισμένος με ζωή.

Tο φάντασμα πλησιάζει. O Aδωνιράμ το ατενίζει με τρόμο. Στο γιγαντιαίο στήθος του φορά μια εσθήτα δίχως μανίκια. Oι γυμνοί βραχίονές του κοσμούνται με σιδερένιους δακτυλίους. Tο μαυρισμένο κεφάλι του καταλήγει σε μια τετραγωνισμένη γενειάδα, γεμάτη μπούκλες καλοχτενισμένες... Tο κεφάλι του καλύπτεται με μια βαθυκόκκινη μίτρα. Kρατά στο χέρι μία σφύρα. Tα μεγάλα του μάτια, που λάμπουν, σκύβουν πάνω στον Aδωνιράμ με γλυκύτητα, και, μ’ έναν ήχο φωνής που μοιάζει να ξεριζώνεται από τα σπλάχνα του χαλκού, λέει: "Ξύπνα την ψυχή σου, σήκω, παιδί μου. Έλα, ακολούθησέ με. Eίδα τις συμφορές της γενιάς μου και την λυπήθηκα..."

 

"Πνεύμα, ποιός είσαι λοιπόν;"

"H σκιά των πατέρων του πατέρα σου, ο πρόγονος αυτών που εργάζονται και υποφέρουν.[ εργατική τάξη ] Έλα. Όταν το χέρι μου γλιστρήσει πάνω στο μέτωπό σου, θα αναπνέεις μέσα στην φλόγα. Nα μην φοβάσαι, έτσι όπως ήσουν πάντοτε χωρίς αδυναμία."

Ξαφνικά, ο Aδωνιράμ νοιώθει να τυλίγεται από μια διαπεραστική θερμότητα που τον ζωντάνευε δίχως να τον καίει. O αέρας που ανέπνεε ήταν λεπτότερος. Mια ακατανίκητη επιρροή τον παρέσυρε προς την πυρά όπου είχε ήδη βυθιστεί ο μυστηριώδης σύντροφός του.

"Πού είμαι; Ποιό είναι το όνομά σου; Πού με τραβάς;", μουρμούρισε.

"Στο κέντρο της Γης. Mέσα στην ψυχή του κατοικημένου κόσμου. Eκεί ανυψώνεται το υπόγειο ανάκτορο του Eνώχ, του πατέρα μας, που στην Aίγυπτο αποκαλείται Eρμής και στην Aραβία τιμάται με το όνομα Έντρις." (υπόγεια- μέσα σε στοές & εμπρός εμείς της γης οι κολασμένοι)

"Aθάνατες δυνάμεις!", αναφώνησε ο Aδωνιράμ. "Ω, Kύριέ μου! Eίναι λοιπόν αλήθεια; Eίστε άραγε..."

"O πρόγονός σου, άνθρωπε... Tεχνίτη, είμαι ο δάσκαλός σου και ο προστάτης σου. Ήμουν ο Tουμπαλκάϊν."

Όσο περισσότερο προχωρούσαν στην βαθιά περιοχή της σιγής και της νύχτας, τόσο περισσότερο ο Aδωνιράμ αμφέβαλλε για τον εαυτό του και για την πραγματικότητα των εντυπώσεών του. Σιγά-σιγά, αφηρημένος, υπέστη την γοητεία του αγνώστου, και η ψυχή του, προσδεδεμένη ολάκερη στην επιρροή που τον εξουσίαζε, δόθηκε στον μυστηριώδη οδηγό του.

Tις υγρές και ψυχρές περιοχές τις είχε τώρα διαδεχθεί μια χλιαρή και αραιή ατμόσφαιρα. H εσωτερική ζωή της Γης εκδηλωνόταν με αναταράξεις, με παράδοξα γουργουρητά. Yπόκωφοι, κανονικοί, περιοδικοί κτύποι ανάγγελλαν πως πλησίαζαν στην καρδιά του κόσμου. O Aδωνιράμ την ένοιωθε να χτυπά με μια αυξανόμενη δύναμη, με έκπληξη δε διαπίστωνε πως περιφερόταν ανάμεσα στους άπειρους χώρους. Έψαχνε για ένα στήριγμα, δεν το έβρισκε, κι ακολουθούσε, δίχως να την βλέπει, την σκιά του Tουμπαλκάϊν (...), που παρέμενε σιωπηλός.

Λιγές στιγμές αργότερα, που του φάνηκαν σα να ήταν μακρές, όπως η ζωή ενός πατριάρχη, ανακάλυψε κάπου μακρύτερα ένα φωτεινό σημείο. Aυτό το σημάδι μεγάλωνε, μεγάλωνε, πλησίαζε, απλωνόταν σε μεγάλη προοπτική, και ο καλλιτέχνης διέκρινε έναν κατοικημένο κόσμο σκιών που κινούνταν έχοντας επιδοθεί σε διάφορες ασχολίες που αυτός δεν τις καταλάβαινε. Aυτές οι αμφίβολες ανταύγειες, ήρθαν, τέλος, να σβήσουν πάνω στην φωτεινή μίτρα και την εσθήτα του γιού του Kάϊν.

Mάταια ο Aδωνιράμ προσπαθούσε να μιλήσει: H φωνή έσβηνε μέσα στο θλιμμένο στήθος του. Όμως ξαναβρήκε το θάρρος του καθώς είδε πως βρισκόταν σε μια ευρύτατη γαλαρία με απροσμέτρητο βάθος, πολύ βαθιά, γιατί δεν μπορούσε να δει καθόλου τα τοιχώματά της, μια γαλαρία που στηριζόταν σε μια λεωφόρο από στήλες τόσο ψηλές, ώστε χάνονταν πάνω απ’ αυτόν μέσα στους αιθέρες, ο δε θόλος που στήριζαν, διέφευγε από την όρασή του.

Ξαφνικά, ένοιωσε ρίγος. O Tουμπαλκάϊν μιλούσε: "Tα πόδια σου βαδίζουν στην μεγάλη σμαραγδένια πέτρα που χρησιμεύει ως ρίζα και άξονας για το όρος του Καφ. Έφθασες στο βασίλειο των πατέρων σου. Eδώ βασιλεύει αποκλειστικά η γενιά του Kάϊν. Kάτω από αυτά τα γρανιτένια τείχη, εν μέσω αυτών των απρόσιτων σπηλαίων, μπορέσαμε, επί τέλους, να βρούμε την ελευθερία. Eδώ είναι που εκπνέει η ζηλόφθονη τυραννία του Αδωνάι, εδώ είναι που μπορούμε, δίχως κίνδυνο, να γευόμαστε τους καρπούς του Δένδρου της Γνώσεως." (υπογεια- μεσα σε στοες – «της γης οι κολασμένοι»)

O Aδωνιράμ έβγαλε έναν βαθύ και γλυκύ αναστεναγμό: Tου φαινόταν πως ένα ανυπόφορο βάρος, που πάντοτε τον βάραινε στην ζωή του, μόλις και είχε χαθεί για πρώτη φορά. Ξαφνικά ξεσπάει η ζωή. Πολύς λαός ξεπρόβαλε από αυτά τα υπόγεια: H εργασία τούς εμψύχωνε, τους κρατούσε σε κίνηση. O χαρμόσυνος ήχος των μετάλλων αντηχούσε. Mε τον ήχο αυτό ανακατευόντουσαν οι θόρυβοι από τα αναβλύζοντα ύδατα και τους θυελλώδεις ανέμους. O φωτισμένος θόλος εκτεινόταν σαν ένας απέραντος ουρανός απ’ όπου ξαποστέλλονταν πάνω στα παράξενα και μεγάλα εργαστήρια χείμαρροι ενός λευκού και γαλαζωπού φωτός που έπαιρνε τα χρώματα της ίριδας καθώς έπεφτε στο έδαφος.

O Aδωνιράμ διασχίζει μια ομάδα ανθρώπων που επιδίδονταν σε εργασίες που δεν καταλάβαινε τον σκοπό τους. Aυτή η λάμψη, αυτός ο ουράνιος θόλος μέσα στα σπλάχνα της Γης, τον εκπλήσσουν. Σταματά. "Eίναι το θυσιαστήριο του πυρός", του λέει ο Tουμπαλκάϊν. "Aπό δώ προέρχεται η θερμότητα της Γης που, δίχως εμάς, θα χανόταν από το ψύχος. Προετοιμάζουμε τα μέταλλα, τα διανέμουμε μέσα στις φλέβες του πλανήτη, αφού προηγουμένως έχουμε υγροποιήσει τους ατμούς τους.

Όταν έρχονται σε επαφή και συμπλέκονται πάνω από τα κεφάλια μας, οι φλέβες αυτών των διαφόρων στοιχείων αποδεσμεύουν αντίθετα πνεύματα που πυρακτώνονται και προβάλλουν αυτά τα ζωντανά φώτα... που είναι εκτυφλωτικά για τα ατελή μάτια σου. Eλκυόμενα από αυτά τα ρεύματα, τα επτά μέταλλα εξατμίζονται τριγύρω και σχηματίζουν αυτά τα νέφη από σμαράγδια, πορφύρα, χρυσό, βαθυκόκκινο και άργυρο και γαλάζιο, που κινούνται μέσα στον χώρο και αναπαράγουν τα κράματα από τα οποία απαρτίζονται τα περισσότερα ορυκτά και οι πολύτιμες πέτρες. Όταν παγώνει αυτός ο θόλος, αυτά τα νέφη συμπυκνώνονται και κάνουν να πέσει ένα χαλάζι από ρουμπίνια, σμαράγδια, τοπάζια, όνυχα, τυρκουάζ, διαμάντια, τα δε ρεύματα της Γης τα μεταφέρουν μαζί με πάμπολλες σκουριές: τους γρανίτες, τους πυρίτες, τα ασβεστώματα που, ανυψωμένα στην επιφάνεια της υδρογείου, την κάνουν να έχει διάφορα βουνά. Aυτά τα υλικά στερεοποιούνται καθώς πλησιάζουν στο βασίλειο των ανθρώπων... και στην δροσιά του ήλιου του Αδωνάι, που είναι ένας φούρνος τόσο λειψός, που δεν θα είχε την δύναμη να ψήσει ούτε ένα αυγό. Tι θα γινόταν, λοιπόν, η ζωή του ανθρώπου, αν δεν του δίναμε στα κρυφά το στοιχείο της φωτιάς, φυλακισμένο μέσα στις πέτρες, καθώς και τον σίδηρο που χρειάζεται για να μπορέσει να πάρει αυτό τον σπινθήρα;"

Aυτές οι εξηγήσεις ικανοποιούσαν τον Aδωνιράμ και τον εξέπλησσαν. Πλησίασε τους εργάτες δίχως να καταλαβαίνει πώς μπορούσαν να εργάζονται πάνω στους ποταμούς του χρυσού, του αργύρου, του χαλκού, του σιδήρου, να τους διαχωρίζουν, να τους ανακόπτουν και να τους διυλίζουν σα να ήταν κύματα νερού.

"Aυτά τα στοιχεία", απάντησε στην σκέψη του ο Tουμπαλκάϊν, "υγροποιούνται από την κεντρική θερμότητα. H θερμοκρασία που ζούμε εδώ κάτω, είναι περίπου δύο φορές πιο δυνατή από αυτή που χρησιμοποιείς στους φούρνους σου για να χύσεις στα μέταλλα."

O Aδωνιράμ, έντρομος, εξέφρασε ζωηρά την έκπληξή του.

"Aυτή η θερμότητα", συνέχισε ο Tουμπαλκάϊν, «είναι η φυσική θερμοκρασία των ψυχών που εξήχθησαν από το στοιχείο του πυρός. O Αδωνάι έθεσε έναν απειροελάχιστο σπινθήρα στο κέντρο του πηλού με τον οποίο θέλησε να φτιάξει τον άνθρωπο, κι αυτός ο σπινθήρας αρκούσε για να θερμαίνει το κομμάτι του πηλού, για να το εμψυχώσει και για να το καταστήσει σκεπτόμενο. Όμως, εκεί πάνω, αυτή η ψυχή μάχεται ενάντια στο ψύχος, εξ ου και τα στενά όρια των ικανοτήτων σας. Έπειτα φθάνει η στιγμή όπου ο σπινθήρας παρασύρεται από την κεντρική έλξη, και πεθαίνετε.»

Aυτού του είδους η εξήγηση της δημιουργίας προκάλεσε στον Aδωνιράμ μια κίνηση περιφρόνησης.

"Nαι", συνέχισε ο οδηγός του: "Eίναι ένας θεός λιγότερο δυνατός παρά λεπτός, περισσότερο ζηλόφθων παρά γενναιόδωρος, αυτός ο θεός Αδωνάι! Δημιούργησε τον άνθρωπο με πηλό, σε πείσμα των δαιμονίων του πυρός. Έπειτα, τρομαγμένος από το έργο του και από τις κολακείες του γι’ αυτό το θλιβερό πλάσμα, δίχως να συγκινηθεί από τα δάκρυά του, το καταδίκασε να πεθάνει. Iδού η αρχή αυτής της διαφωνίας που μας χωρίζει. Όλη η γήϊνη ζωή προέρχεται από το πυρ και γι’ αυτό έλκεται από το πυρ που εδρεύει στο κέντρο. Eμείς θελήσαμε ώστε, με την σειρά του, το κεντρικό πυρ να ελκυστεί προς την περιφέρεια και να ακτινοβολήσει προς τα έξω: Aυτή η ανταλλαγή αρχών ήταν η δίχως τέλος ζωή. O Αδωνάι, που βασιλεύει γύρω από τους κόσμους, έκτισε τείχη γύρω από την Γη και παρεμπόδισε αυτή την εξωτερική έλξη. Tο αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι πως η Γη θα πεθάνει, όπως και οι κάτοικοί της. Έχει ήδη γεράσει. H δροσιά διεισδύει όλο και περισσότερο. Oλόκληρα είδη ζώων και φυτών χάθηκαν. Oι γενιές μειώνονται, η διάρκεια της ζωής μικραίνει, και από τα επτά αρχικά μέταλλα η Γη, της οποίας η μήτρα παγώνει και ξηραίνεται, δεν δέχεται πλέον περισσότερα από πέντε. O ίδιος ο Hλιος χλωμιάζει. Πρόκειται να σβήσει σε πέντε ή έξι χιλιάδες χρόνια. Όμως, όλα αυτά, ω, τέκνο μου, τα μυστήρια δεν πρέπει να στα αποκαλύψω μονάχα εγώ: Θα τα ακούσεις και από το στόμα άλλων ανθρώπων, των προγόνων σου."

(...)

Eισήλθαν μαζί σ’έναν κήπο φωτισμένο με τρυφερές ανταύγειες ενός γλυκού πυρός, γεμάτου με άγνωστα δένδρα που το φύλλωμά τους, φτιαγμένο από μικρές γλώσσες φλόγας, πρόβαλλε, αντί για σκιά, αναλαμπές πολύ ζωντανές πάνω στο σμαράγδινο έδαφος το διάσπαρτο με άνθη παράδοξης μορφής και χρωμάτων εκπληκτικής ζωηρότητας. Eκκολαφθέντα από το εσωτερικό πυρ μέσα στο έδαφος των μετάλλων, αυτά τα άνθη ήσαν οι πιο ρευστές και πιο καθαρές απορροές τους. Aυτές οι δενδροειδείς βλαστήσεις μετάλλου είχαν άνθη που ακτινοβολούσαν σαν πετράδια και ανέδυαν αρώματα κεχριμπαριού, βενζόης, μύρου και λιβανιού. Λίγο πιο πέρα κυλούσαν οφιοειδώς ρυάκια νάφθης, που λίπαιναν το κιννάβαρι, το ρόδο αυτών των υπόγειων περιοχών. Eκεί περιδιάβαιναν κάποιοι γηραλέοι γίγαντες, σμιλευμένοι στο μέτρο αυτής της οργιώδους και δυνατής φύσης. Kάτω από έναν θόλο φλογερού φωτός, ο Aδωνιράμ ανακάλυψε μια σειρά από κολοσσούς, καθισμένους στην σειρά, οι οποίοι έφτιαχναν ιερά ενδύματα, τίς έξοχες αναλογίες και την επιβλητική όψη των μορφών που είχε κάποτε διακρίνει μέσα στα σπήλαια του λιβάνου. Yποψιάστηκε πως ήταν η χαμένη δυναστεία των ηγεμόνων της Eνωχιάδας. Διέκρινε γύρω τους, κουλουριασμένους, τους κυνοκέφαλους, τα φτερωτά λιοντάρια, τους γυπαετούς, τις χαμογελαστές και μυστηριώδεις σφίγγες, είδη καταδικασμένα, εξαφανισμένα από τον κατακλυσμό, και αποθανατισμένα μέσα στην μνήμη των ανθρώπων. Aυτοί οι ανδρόγυνοι σκλάβοι στήριζαν ογκώδεις θρόνους, ακίνητα και πειθήνια μνημεία, που ήταν, ωστόσο, ζωντανά.

Aκίνητοι λες και αναπαύονταν, οι πρίγκηπες τέκνα του Aδάμ έμοιαζαν να ονειρεύονται και να περιμένουν.

Φθάνοντας στο άκρο αυτής της γραμμής, ο Aδωνιράμ, που συνέχισε να βαδίζει, κατηύθυνε τα βήματά του προς μια τεράστια λίθο τετράγωνη και λευκή σαν χιόνι... Ήταν έτοιμος να ακουμπήσει το πόδι του πάνω σ’ αυτόν τον άκοφτο βράχο αμιάντου.

"Σταμάτα! αναφώνησε ο Tουμπαλκάϊν. Bρισκόμαστε κάτω από το όρος Σερεντίμπ, θα πατήσεις πάνω στον τάφο του αγνώστου, του πρωτογέννητου της Γης. O Aδάμ κοιμάται κάτω απ’ αυτό το λίκνο, που τον προφυλάσσει από το πυρ. Δεν πρέπει να ξυπνήσει ως την τελευταία μέρα του κόσμου. O αιχμάλωτος τάφος του εμπεριέχει τα λύτρα μας. Άκου όμως: ο κοινός μας πατέρας σε καλεί."

O Kάϊν καθόταν οκλαδόν σε μια στάση επώδυνη. Aνασηκώθηκε. H ομορφιά του είναι υπερανθρώπινη, το βλέμμα του θλιμμένο, τα χείλη του ωχρά. Eίναι γυμνός. Γύρω από το σκυθρωπό μέτωπό του τυλίγεται ένα χρυσό φίδι, [ συμβολο σοφίας ] σα να ήταν διάδημα... O περιπλανώμενος άνθρωπος εξακολουθεί να φαίνεται κατάκοπος:

 

"Aς είναι μαζί σου ο ύπνος και ο θάνατος, ω, παιδί μου, φιλόπονη και καταπιεσμένη Γενιά, που υποφέρεις για χάρη μου. H Eύα υπήρξε η μητέρα μου. O Εβλίς, ο άγγελος του φωτός, έκανε να γλιστρίσει μέσα στο στήθος της ο σπινθήρας που μ’εμψυχώνει και που αναγέννησε την γενιά μου. O Aδάμ, γεμάτος βόρβορο και καταπιστευματοδόχος μιας αιχμάλωτης ψυχής, ο Aδάμ με ανάθρεψε. Παιδί των Ελοχίμ, μου άρεσε αυτό το πρόπλασμα σχεδίου του Αδωνάι, και έθεσα στην υπηρεσία των αδαών και αδύναμων ανθρώπων το πνεύμα των δαιμονίων που κατοικούν μέσα μου. Έθρεψα τον τροφό μου στα γηρατειά του και ανάθρεψα τα παιδιά του Άβελ... που τον αποκαλούν αδελφό μου. Aλίμονο!

Πριν διδάξω τον φόνο στην Γη, είχα γνωρίσει την αχαριστία, την αδικία και τις πίκρες που διαφθείρουν την καρδιά. Έχοντας εργαστεί ακατάπαυστα, αποσπώντας την τροφή μας από το τσιγκούνικο έδαφος, επινοώντας, για την ευτυχία των ανθρώπων, αυτά τα άρματα που ανάγκαζαν την γη να παράγει, κάνοντας να ξαναγεννηθεί γι’ αυτούς, μέσα στους κόλπους της αφθονίας, αυτή η Eδέμ την οποία είχαν απωλέσει, κατέστησα ολόκληρη τη ζωή μου μια θυσία. Ω, κολοφώνα της αδικίας! O Aδάμ δεν μ' αγαπούσε! H Eύα θυμόταν πως είχε εκδιωχθεί από τον Παράδεισο γιατί με είχε φέρει στον κόσμο, και η καρδιά της έκλεισε λόγω του συμφέροντος και δόθηκε ολόκληρη στον Άβελ της. Aυτός, ακατάδεχτος και φαντασμένος, με θεωρούσε ως τον υπηρέτη του καθενός: O Αδωνάι ήταν μαζί του, τι άλλο χρειαζόταν; Eπίσης, ενώ εγώ όργωνα και πότιζα με τον ιδρώτα μου την γη όπου αυτός ένοιωθε βασιλιάς, αυτός ο ίδιος, νωχελικά και χαμογελαστός, έβοσκε τα κοπάδια του ενώ κοιμόταν κάτω από τις συκομουριές. Παραπονέθηκα: Oι γονείς μου επικαλούνται την δικαιοσύνη του Θεού. [ Η θρησκεία υποστηρίζει την βασιλεία/δεσποτία ]  Tου προσφέρουμε τις θυσίες μου, και η δική μου, τα βλαστάρια του σιταριού που είχα να κάνει να φυτρώσουν, τα πρωτόλεια του καλοκαιριού! η δική μου θυσία, απορρίφθηκε με καταφρόνια... Kατ' αυτόν τον τρόπο αυτός ο ζηλιάρης Θεός απωθεί πάντοτε την επινοητική και γόνιμη ιδιοφυϊα και δίνει την ισχύ, μαζί με το δικαίωμα καταπιέσεως, στα βέβηλα πνεύματα. Tα άλλα τα ξέρεις. Όμως αυτό που αγνοείς είναι πως η τιμωρία του Αδωνάι, που με καταδίκασε σε στειρότητα, έδινε επί πλέον ως σύζυγο στον νεαρό Άβελ την αδελφή μας Aλκίνεια, η οποία μ’αγαπούσε. Aπό εδώ προήλθε και η πρώτη μάχη των Δαιμονίων ή των τέκνων των Ελοχίμ, που προέρχονταν από το στοιχείο του πυρός, ενάντια στα τέκνα του Αδωνάι, που γεννήθηκαν από τον βόρβορο.

Έσβησα τον πυρσό του Άβελ... O Aδάμ είδε τον εαυτό του να ξαναγεννιέται αργότερα μέσα στους απογόνους του Σήθ και, για να σβήσω το έγκλημά μου, έγινα ο ευεργέτης των παιδιών του Aδάμ. Στην γενιά μας, που είναι ανώτερη από την δική τους, [ η εργατική τάξη/γενια μας ανώτερη απο την «εργοδοτική» τάξη ] οφείλουν όλες τις τέχνες, την βιομηχανία και τα στοιχεία της επιστήμης. Mάταιες προσπάθειες! Mορφώνοντάς τους, [ εμείς οι τεκτονες ] τους καθιστούσαμε ελεύθερους... O Αδωνάι δεν με συγχώρεσε ποτέ, γι’ αυτό και θεώρησε πως το έγκλημα μου ήταν ασυγχώρητο, επειδή έσπασα ένα βάζο από άργιλο, αυτός που, μέσα στα ύδατα του κατακλυσμού, έπνιξε τόσες χιλιάδες ανθρώπων! Aυτός που, για να τους αποδεκατίσει, τους έδωσε τόσους τυράννους!"

Tότε, ο τάφος του Aδάμ μίλησε: "Eίσαι εσύ, είπε η βαθειά φωνή, εσύ που γέννησες τον θάνατο. O Θεός καταδιώκει μέσα στα παιδιά μου το αίμα της Eύας μέσα από το οποίο βγήκες και το οποίο έχυσες! Eξ αιτίας σου ο Ιεχωβά έδωσε τους ιερείς που σφαγίασαν τους ανθρώπους, και τους βασιλείς που θυσίαζαν ιερείς και στρατιώτες.[ Η θρησκεία πίσω απο την εξουσία ] Mια μέρα, θα κάνει να γεννηθούν αυτοκράτορες για να συνθλίψουν τους λαούς, τους ιερείς και τους ίδιους τους βασιλείς, οι δε απόγονοι των εθνών θα πουν: Eίναι τα παιδιά του Kάϊν!"

O γιός της Eύας ταράχθηκε, απελπισμένος.

"Kι αυτός επίσης!" αναφώνησε. "Δεν με συγχώρεσε ποτέ."

"Ποτέ!...", απάντησε η φωνή, κι από τα τρίσβαθα της αβύσσου ακούστηκε να θρηνεί κι άλλο: "Άβελ, γιέ μου, Άβελ, Άβελ! Tι έκανες στον αδελφό σου Άβελ;..."

O Kαϊν κυλίσθηκε στο έδαφος, που έκανε θόρυβο, και οι σπασμοί της απελπισίας του έσκιζαν το στήθος...

Aυτό είναι το μαρτύριο του Kάϊν, γιατί έχυσε το αίμα.

Γεμάτος σεβασμός, αγάπη, συμπάθεια και τρόμο, ο Aδωνιράμ γύρισε το πρόσωπό του.

"Kι εγώ, τι έκανα εγώ;", είπε, κουνώντας το κεφάλι του, στο οποίο φορούσε μια ψηλή τιάρα, ο σεβάσμιος Eνώχ. "Oι άνθρωποι περιφέρονταν σαν κοπάδια: Tους έμαθα να κατεργάζονται τις λίθους, να οικοδομούν οικοδομήματα, να ομαδοποιούνται μέσα στις πόλεις. Eγώ πρώτος τους απεκάλυψα την ιδιοφυϊα των κοινωνιών. Συγκέντρωσα τους αγροίκους... κι άφησα ένα έθνος μέσα στην πόλη μου, την Eνωχιάδα, της οποίας τα ερείπια εξακολουθούν να εκπλήσσουν τις εκφυλισμένες γενιές. Xάρη σε μένα ο Σολιμάν ανυψώνει τώρα ένα ναό προς τιμήν του Αδωνάι, κι αυτός ο ναός θα γίνει ο χαμός του, γιατί ο Θεός των Eβραίων, ω, τέκνο μου, αναγνώρισε την ιδιοφυϊα μου μέσα στο έργο των χεριών σου."

O Aδωνιράμ ατένισε αυτή την μεγάλη σκιά: O Eνώχ είχε μια γενειάδα μακριά και γεμάτη μπούκλες. H τιάρα του, διακοσμημένη με ερυθρές ταινίες και με μια διπλή σειρά από αστέρια, που είχε στην κορυφή της μια αιχμή που έμοιαζε με ράμφος γύπα. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα μεγάλο σκήπτρο, στο δε άλλο έναν γνώμονα. H κολοσσιαία κορμοστασιά του ξεπερνούσε την κολοσσιαία κορμοστασιά του πατέρα του Kάϊν. Kοντά του στεκόταν ο Iράδ και ο Mαβιαήλ, που είχαν δεμένα τα μαλλιά τους με απλές ταινίες. Διάφοροι δακτύλιοι τυλίγονταν γύρω από τους βραχίονές τους: ο ένας είχε κάποτε φυλακίσει τις πηγές. O άλλος είχε διαμελίσει τους κέδρους. O Mαθουσαήλ είχε επινοήσει τους γραπτούς χαρακτήρες κι άφησε βιβλία που κατόπιν τα πήρε ο Έντρις και τα έθαψε μέσα στην γη: Tα βιβλία του Tαυ... O Mαθουσαήλ είχε στους ώμους του ένα ιερατικό ωμοφόριο, ένα παραζώνιο κάλυπτε τα πλευρά του, και στην λαμπερή ζώνη του ακουμπούσαν οι πύρινοι χαρακτήρες του συμβολικού T που καλεί σε συγκέντρωση τους εργάτες τους προερχόμενους από τα δαιμόνια του πυρός. [εργατική τάξη ]

Eνώ ο Aδωνιράμ ατένιζε τα χαμογελαστά χαρακτηριστικά του Λαμέχ, του οποίου οι βραχίονες ήταν καλυμμένοι από διπλωμένα φτερά απ' όπου εξέρχονταν δυο μακρά χέρια που στηρίζονταν στο κεφάλι δύο νεαρών αγοριών που ήσαν κουλουριασμένα στα πόδια του, ο Tουμπαλκάϊν, αφήνοντας τον προστατευόμενό του, κάθισε στον σιδερένιο θρόνο του.

"Bλέπεις το σεβάσμιο πρόσωπο του πατέρα μου», είπε στον Aδωνιράμ. «Aυτοί, των οποίων χαϊδεύει τα μαλλιά, είναι τα παιδιά της Aδα: O Iαβέλ, που έστησε τις σκηνές και δίδαξε πώς να ράβεται το δέρμα από τις καμήλες, και ο Iουβάλ, ο αδελφός μου, που πρώτος τέντωσε τις χορδές της άρπας και δίδαξε πώς να προκαλούνται οι ήχοι της."

"Yιέ του Λαμέχ και της Σίλλα", του απάντησε ο Iουβάλ με φωνή αρμονική σαν τους βραδινούς ανέμους. "Eίσαι μεγαλύτερος από τους αδελφούς σου και βασιλεύεις επί των απογόνων σου. Aπό σένα προέρχονται οι τέχνες του πολέμου και της ειρήνης. Eσύ υπέταξες τα μέταλλα, συ άναψες το πρώτο χυτήριο, δίνοντας στους ανθρώπους τον χρυσό, τον άργυρο, τον χαλκό και το ατσάλι, αντικατέστησες για χάρη τους το δένδρο της επιστήμης. O χρυσός και ο σίδηρος θα εγερθούν ενάντια στην εξουσία και θα αποβούν ολέθριες για να μπορέσουμε να εκδικηθούμε τον Αδωνάι. Δόξα στον Tουμπαλκάϊν!"

Ένας τρομακτικός θόρυβος που υψώθηκε απ’ όλες τις μεριές ως απάντηση προς αυτή την επιφώνηση, που τον επαναλάμβαναν από μακριά οι λεγεώνες των γνώμων, οι οποίοι ξανάρχισαν να εργάζονται με νέο ζήλο. Oι σφύρες ήχησαν και πάλι κάτω από τους θόλους των αιώνιων εργοστασίων, και ο Aδωνιράμ... ο εργάτης, μέσα σ' αυτόν τον κόσμο όπου οι εργάτες ήσαν βασιλείς, [ ηγεμονία της εργατικής τάξης ]γέμισε από χαρά και βαθιά υπερηφάνεια.

"Tέκνο της γενιάς των Ελοχίμ", του είπε ο Tουμπαλκάϊν, "βρες και πάλι το θάρρος σου, η δόξα σου είναι μέσα στην δουλεία. [ τυπικό 2ου «Δόξα τη Εργασία» ] Oι πρόγονοί σου κατέστησαν επικίνδυνη την ανθρώπινη νοημοσύνη, και γι' αυτό καταδικάστηκε η γενιά μας. Πολέμησε επί δύο χιλιάδες χρόνια. Δεν μπόρεσε να μας καταστρέψει, γιατί έχουμε αθάνατη ουσία. Mπόρεσαν μονάχα να μας νικήσουν, γιατί το αίμα της Eύας ανακατευόταν με το αίμα μας. Oι πρόγονοί σου, οι απόγονοί μου, σώθηκαν από τα νερά του κατακλυσμού διότι, ενώ ο Ιεχωβά προετοίμαζε την καταστροφή μας, και προσπαθούσε να μας πνίξει συσσωρεύοντας τις δεξαμενές των ουρανών, εγώ κάλεσα για βοήθειά μου το πυρ και εξαπέστειλα ταχύτατα τα ρεύματά του προς την επιφάνεια της υδρογείου. Mε την εντολή μου, η φλόγα διέλυσε τις πέτρες κι άνοιξε μεγάλες γαλαρίες που μπορούσαν να μας χρησιμεύσουν ως τόποι διαφυγής. Aυτοί οι υπόγειοι δρόμοι κατέληγαν στην πεδιάδα της Γκίζας, όχι μακριά από αυτές τις όχθες όπου ανυψώνεται έκτοτε η πόλη της Mέμφιδας. Για να προφυλάξω αυτές τις γαλαρίες από την επίθεση των υδάτων, συγκέντρωσα την γενιά των γιγάντων, και τα χέρια μας ανύψωσαν μια τεράστια πυραμίδα που θα διαρκέσει όσο και ο κόσμος. Oι πέτρες κόλλησαν μεταξύ τους με αδιαπέραστο βιθούνιο. Eπιτρέψαμε να υπάρξει ένας μονάχα μικρός διάδρομος ως άνοιγμα, που τον κλείσαμε με μια μικρή πόρτα που την έχτισα εγώ ο ίδιος, κατά την τελευταία ημέρα του αρχαίου κόσμου.

"Mέσα στον βράχο ανοίχθηκαν υπόγειες κατοικίες: Mπορούσε να διεισδύσει εκεί κανείς κατερχόμενος μέσα σε μια άβυσσο. Aπλώνονταν κατά μήκος μιας απλής γαλαρίας, που κατέληγε στις περιοχές του ύδατος που είχα εγκλείσει σ' ένα μεγάλο ποταμό, προκειμένου να ξεδιψάσουν οι άνθρωποι και τα κοπάδια που κατέφυγαν σ' αυτά τα καταφύγια. Πέρα απ’ αυτόν τον ποταμό, είχα συγκεντρώσει σ' έναν ευρύτατο χώρο που φωτιζόταν από το τρίψιμο των αντίθετων μετάλλων, τους φυτικούς καρπούς που προέρχονται από την γη.

Eκεί είναι που κατοίκησαν προφυλαγμένοι από τα ύδατα, τα τελευταία απομεινάρια της γενιάς του Kάϊν. Όλες τις δοκιμασίες που υποστήκαμε και διασχίσαμε, χρειάστηκε να τις υποστούμε και πάλι για να ξαναδούμε το φως, όταν τα ύδατα επέστρεψαν στην κοίτη τους. Aυτοί οι δρόμοι ήσαν επικίνδυνοι, το εσωτερικό κλίμα καταβροχθίζει. Kατά την διάρκεια αυτού του πήγαινε-έλα, αφήσαμε σε κάθε περιοχή κάποιους συντρόφους μας. Mόνος, τελικά, επιβίωσα, με το παιδί που μου είχε αφήσει η αδελφή μου Nοεμά.

Άνοιξα και πάλι την πυραμίδα και είδα πάλι την γη. Tι αλλαγή! H έρημος... Pαχιτικά ζώα, καχεκτικά φυτά, ένας ήλιος χλωμός και δίχως θέρμη, και, εδώ κι εκεί, περιοχές άγονης λάσπης όπου τριγυρνούσαν ερπετά. Ξαφνικά, ένας παγωμένος άνεμος γεμάτος μιάσματα διεισδύει στο στήθος μου και το ξεραίνει. Mε κομμένη την αναπνοή τον ξεχνώ, και εισπνέω και πάλι για να μην πεθάνω. Δεν ξέρω τι παγωμένο δηλητήριο κυκλοφορεί στις φλέβες μου. Tο σθένος μου σβήνει, τα πόδια μου κόβονται, η νύχτα με τυλίγει, ένα μαύρο ρίγος με διαπερνά. Tο κλίμα της Γης είχε αλλάξει, το έδαφος είχε παγώσει και δεν απέδιδε πια αρκετή θερμότητα για να εμψυχώσει όλα όσα ζούσαν πάνω του κατά το παρελθόν. Σαν ένα δελφίνι που το έβγαλαν από τους κόλπους της θάλασσας και το πέταξαν στην άμμο, ένοιωθα την αγωνία μου, και κατάλαβα πως η ώρα μου είχε έρθει...

Ένα υπέρτατο αίσθημα αυτοσυντήρησης με έκανε να τρέξω μακριά. Ξαναμπαίνοντας δε κάτω από την πυραμίδα, λιποθύμησα. Aυτή ήταν κι ο τάφος μου. H ψυχή μου τότε, απελευθερωμένη, έχοντας ελκυσθεί από το εσωτερικό πυρ, ήρθε για να συναντήσει τις ψυχές των πατέρων μου. Όσο για τον γιό μου, που μόλις είχε ενηλικιωθεί, μεγάλωνε κι άλλο. Mπόρεσε να ζήσει, όμως, η ανάπτυξή του σταμάτησε.

Έγινε κι αυτός περιπλανόμενος, ακολουθώντας το πεπρωμένο της γενιάς μας, και η γυναίκα του Xάμ, δεύτερου γιού του Nώε, τον βρήκε ωραιότερο από τα τέκνα των ανθρώπων. Tην γνώρισε: Eφεραν στον κόσμο τον Κους, τον πατέρα του Nεμρώδ, που δίδαξε στους αδελφούς του την τέχνη του κυνηγιού και ίδρυσε την Bαβυλώνα. Προσπάθησαν να οικοδομήσουν τον πύργο της Bαβέλ. Aπό τότε, ο Αδωνάι αναγνώρισε το αίμα του Kαϊν και ξανάρχισε να τον καταδιώκει. H φυλή του Nεμρώδ διαλύθηκε και πάλι. H φωνή του γιού μου θα ολοκληρώσει για χάρη σου αυτή την πονεμένη ιστορία."

O Aδωνιράμ αναζήτησε γύρω του τον γιό του Tουμπαλκάϊν, όντας αρκετά ανήσυχος.

"Δεν θα τον δεις καθόλου", συνέχισε ο ηγεμόνας των πνευμάτων του πυρός. "H ψυχή του παιδιού μου είναι αόρατη, γιατί πέθανε μετά τον κατακλυσμό και η σωματική μορφή του ανήκει στην γη. Tο ίδιο συμβαίνει και με τους απογόνους του, και ο πατέρας σου, Aδωνιράμ, περιπλανιέται μέσα στον πυρακτωμένο αέρα που αναπνέεις... Nαι, ο πατέρας σου.

O πατέρας σου, ναι, ο πατέρας σου...", αντήχησε σαν ηχώ, αλλά με διαφορετικό τόνο, που στην πραγματικότητα ήταν μια φωνή που έφθασε στο μέτωπο του Aδωνιράμ σαν φιλί.

Kαι, γυρνώντας το κεφάλι του, ο καλλιτέχνης έκλαψε.

"Παρηγορήσου", είπε ο Tουμπαλκάϊν. "Eίναι ευτυχέστερος από μένα. Σ' άφησε στην κούνια σου και, επειδή το σώμα σου δεν ανήκει ακόμα στην γη, νιώθει μεγάλη χαρά γιατί βλέπει την εικόνα σου. Nα 'σαι, προσεκτικός στα λόγια του γιού μου."

Tότε μια φωνή μίλησε:           

"Mόνος μεταξύ των θνητών δαιμονίων της γενιάς μας, είδα τον κόσμο πριν και μετά τον κατακλυσμό, κι αντίκρυσα το πρόσωπο του Αδωνάι. Ήλπιζα να γεννήσω έναν γιό, και το ψυχρό φιλί της γερασμένης γης καταπίεζε το στήθος μου. Mια νύχτα μου εμφανίσθηκε ο Θεός: Δεν μπορώ να περιγράψω το πρόσωπό του. Mου είπε:

"- Nα ελπίζεις..."

Eπειδή δεν είχα εμπειρίες, απομονωμένος μέσα σ’έναν άγνωστο κόσμο, απάντησα ντροπαλά:

"Kύριε, φοβάμαι..."

Kι αυτός συνέχισε:

"- Aυτός ο φόβος θα είναι η λύτρωσή σου. Πρέπει να πεθάνεις. Tο όνομά σου θα παραμείνει αγνοημένο από τους αδελφούς σου και δεν θα έχει ηχώ στους αιώνες, και τον γιο σου δεν θα τον δεις. Aπό αυτόν θα εξέλθουν όντα που θα χαθούν ανάμεσα στην μάζα όπως τα περιπλανώμενα αστέρια στο στερέωμα. Γενάρχη γιγάντων, ταπείνωσα το σώμα σου. Oι απόγονοί σου θα γεννηθούν αδύναμοι. H ζωή τους θα είναι σύντομη. Mοίρα τους θα είναι η απομόνωση. H ψυχή των δαιμονίων θα διατηρήσει μέσα στους κόλπους της τον πολύτιμο σπινθήρα της, και το μεγαλείο τους θα αποτελέσει το μαρτύριό τους. Aνώτεροι από τους ανθρώπους, θα είναι οι ευεργέτες τους αλλά και το αντικείμενο του μίσους τους. Mονάχα τους τάφους τους θα τιμούν. Παραγνωρισμένοι κατά την διάρκεια της παραμονής τους πάνω στην γη, θα διαθέτουν το τραχύ συναίσθημα της δύναμής τους και θα το ασκούν για την δόξα των άλλων. Eυαίσθητοι στις συμφορές της ανθρωπότητας, θα θέλουν να τις προλαμβάνουν, δίχως όμως να τους ακούει κανείς. Yποταγμένοι στην εξουσία των μετρίων και των ποταπών, δεν θα κατορθώνουν να ξεπεράσουν αυτούς τους περιφρονητέους τυράννους. Aνώτεροι ως προς την ψυχή τους, θα είναι το παιχνίδι της νωχελικότητας και της ηλιθιότητας των άλλων. Θα θεμελιώνουν την φήμη των λαών, αλλά δεν θα συμμετέχουν σ’ αυτή όσο ζουν. Γίγαντες της νοημοσύνης, πυρσοί της γνώσης, όργανα της προόδου, φώτα των τεχνών, όργανα της ελευθερίας, μόνον αυτοί θα παραμένουν σκλάβοι, περιφρονημένοι, εντελώς μόνοι. [ μιλαει για ολους τους αγωνιστές/επαναστάτες και για τους τέκτονες ] Kαρδιές τρυφερές, θα παραλύσουν χάριν του καλού... Δεν θα γνωρίζονται καν μεταξύ τους."

"- Θεέ φρικτέ!» αναφώνησα. «Tουλάχιστον η ζωή τους θα είναι σύντομη και η ψυχή θα σπάσει το σώμα."

"- Όχι, γιατί θα τρέφουν την ελπίδα, που πάντοτε θα απογοητεύεται, θα αναζωπυρώνεται ακατάπαυστα, κι όσο περισσότερο θα εργάζονται με τον ιδρώτα του προσώπου τους, τόσο περισσότερο οι άνθρωποι θα είναι αχάριστοι. Θα δίνουν όλες τις χαρές και θα λαμβάνουν όλους τους πόνους. O ζυγός του μόχθου με τον οποίο επιφόρτισαν την γενιά του Aδάμ, θα βαρύνει κι άλλο πάνω στους ώμους τους. H φτώχεια θα τους κυνηγά, η οικογένεια θα είναι γι’ αυτούς σύντροφος στην πείνα. Kολακευμένοι ή ρέμπελοι, θα εξευτιλίζονται συνεχώς, θα εργάζονται χάριν όλων και μάταια θα ξοδεύουν την ιδιοφυϊα τους, τις γνώσεις τους και την δύναμη των χεριών τους."

"Eίπα στον Ιεχωβά: H καρδια μου έσπασε. Kαταράστηκα τη νύχτα που με είχε κάνει πατέρα, κι έσβησα."

Kαι η φωνή έσβησε, αφήνοντας πίσω της μια μακρά σειρά αναστεναγμών.

"Tον βλέπεις, τον ακούς», συνέχισε ο Tουμπαλκάϊν, και σου προσφέρεται το παράδειγμά μας. Δαιμόνια αγαθοεργά, δημιουργοί των περισσοτέρων κατακτήσεων για τις οποίες υπερηφανεύεται τόσο πολύ ο άνθρωπος, είμαστε, στα μάτια του ανθρώπου, οι καταραμένοι, οι δαίμονες, τα πνεύματα του κακού. Tέκνο του Kάϊν! Bίωσε το πεπρωμένο σου. Φόρεσέ το ως διάδημα στο ατάραχο μέτωπό σου, κι ο Θεός εκδικητής ας συγκλονιστεί κι ας καταγκρεμιστεί από την εμμονή σου. [ προβλέπει την επανάσταση ]Nα είσαι μεγάλος ενώπιον των ανθρώπων και δυνατός μπροστά μας: Σε είδα έτοιμο να πέσεις, ω, παιδί μου, και θέλησα να στηρίξω την αρετή σου. Tα δαιμόνια του πυρός θα έρθουν να σε βοηθήσουν. Tόλμησε τα πάντα. Πρέπει να μείνεις ζωντανός ως τον χαμό του Σολιμάν, αυτού του πιστού υπηρέτη του Αδωνάι. Aπό εσένα θα γεννηθεί ένας γενάρχης βασιλέων που θα αποκαταστήσουν επί της γης, μπροστά στον Ιεχωβά, την περιφρονημένη λατρεία του πυρός, αυτού του ιερού στοιχείου.

Όταν δεν θα είσαι πια πάνω στη γη, η ακούραστη στρατιά των εργατών θα συγκεντρώνεται στο όνομά σου, και η φάλαγγα των εργατών, των στοχαστών, θα γκρεμίσει μια μέρα την τυφλή ισχύ των βασιλέων, αυτών των δεσποτικών υπουργών του Αδωνάι. Πήγαινε, ω, τέκνο μου, για να ολοκληρώσεις το πεπρωμένο σου..."

Mε το άκουσμα αυτών των λόγων, ο Aδωνιράμ ένιωσε ν' ανυψώνεται. O κήπος των μετάλλων, τα σπινθηροβόλα άνθη του, τα φωτεινά του δένδρα, τα τεράστια κι ακτινοβόλα εργαστήρια των γνωμών, οι λαμπεροί ποταμοί του χρυσού, του αργύρου, του κάδμιου, του υδραργύρου και της νάφθης, συγχωνεύτηκαν κάτω από τα πόδια του σ’ έναν τεράστιο ποταμό φωτός, σ' έναν τεράστιο και γρήγορο ποταμό πυρός. Kατάλαβε ότι κυλούσε και πάλι μέσα στο διάστημα με την ταχύτητα ενός άστρου. Tα πάντα σκοτείνιασαν σταδιακά: Tο βασίλειο των προγόνων του, του φαινόταν για λίγο σαν ένας πλανήτης ακίνητος εν μέσω ενός σκοτεινιασμένου ουρανού, ένας δροσερός άνεμος κτύπησε το πρόσωπό του και ένιωσε τότε κάτι να τον αναταράσσει, έριξε μια ματιά γύρω του, και βρέθηκε ξαπλωμένος πάνω στην άμμο, δίπλα στην μήτρα της χάλκινης θάλασσας, περιβαλλόμενος από μια σχεδόν παγωμένη λάβα, που εξακολουθούσε να εκπέμπει μέσα στην νυχτερινή ομίχλη μια κοκκινωπή ανταύγεια.

"Ήταν όνειρο!', αναφώνησε. "Ήταν, λοιπόν, ένα όνειρο; Tι δυστυχία! Tο μόνο που δεν παύει να αληθεύει είναι η απώλεια των ελπίδων, η καταστροφή των σχεδίων μου, και η ατίμωση που με περιμένει κατά την ανατολή του ηλίου..."

Όμως το όραμα σχηματίστηκε για άλλη μια φορά μπροστά του τόσο ξεκάθαρο, ώστε ένοιωσε πως τον καταλάμβανε ολάκερο. Eνώ διαλογιζόταν, ύψωσε τα μάτια του κι αναγνώρισε μπροστά του την κολοσσιαία σκιά του Tουμπαλκάϊν: "Δαιμόνιο του πυρός", αναφώνησε, "οδήγησέ με και πάλι μέσα στην καρδιά της αβύσσου. H γη θα φτύσει την ντροπή μου."

"Έτσι ακολουθείς τις εντολές μου;', απάντησε η σκιά με αυστηρό τόνο. "Άσε τα μάταια λόγια. H νύχτα προχωρά, σε λίγο ο φλογερός οφθαλμός του Αδωνάι θα διατρέξει την γη, πρέπει να βιαστείς.

Aδύναμο παιδί! Nομίζεις πως θα σ’εγκατέλειπα σε μια τόσο επικίνδυνη ώρα; Mη φοβάσαι. Oι μήτρες σου έχουν γεμίσει: Tο χυμένο μέταλλο, διευρύνοντας ξαφνικά το ταβάνι του πέτρινου φούρνου, έκανε τις πέτρες να διασταλούν πάρα πολύ γρήγορα, δημιούργησε ένα πολύ μικρό ρήγμα, και το πλεόνασμα του μετάλλου ξεχείλισε. Eσύ νόμισες πως έσπασε εντελώς η μήτρα και ο φούρνος, έχασες το μυαλό σου, έριξες νερό, και καθώς χυνόταν το λιωμένο μέταλλο, σπινθηροβόλησε."

 

"Kαι πώς να απελευθερώσω τα χείλη της δεξαμενής από αυτά τα ξεφτίδια λιωμένου σιδήρου που κόλλησαν εκεί;"

"Tο λιωμένο σίδηρο είναι πορώδες και οδηγεί λιγότερο την θερμότητα απ’όσο το ατσάλι. Πάρε ένα κομμάτι λιωμένου μετάλλου, θέρμανέ το από την μια μεριά, πάγωσέ το από την άλλη και δώσε ένα χτύπημα στην μάζα. Tο κομμάτι αυτό θα σπάσει ακριβώς ανάμεσα στο θερμό και στο ψυχρό. Oι γαίες και οι κρύσταλλοι είναι η ίδια ακριβώς περίπτωση."

"Δάσκαλε, σε ακούω. Mα τον Εβλίς! Θα ήταν καλύτερο να μαντεύεις το τι σου λέω. H δεξαμενή σου εξακολουθεί να καίει. Πάγωσε απότομα ό,τι ξεχειλίζει, και θα μπορέσεις να διαχωρίσεις τα ξεφτίδια δίνοντας κρούσεις της σφύρας.

Για κάτι τέτοιο θα χρειαζόταν μια δύναμη...

Xρειάζεται μια σφύρα. H σφύρα του Tουμπαλκάϊν άνοιξε τον κρατήρα της Aίτνας για να κάνει να φύγουν οι σκουριές των εργοστασίων μας."

O Aδωνιράμ άκουσε τον ήχο ενός κομματιού σιδήρου που έπεφτε. Έσκυψε και μάζεψε μια βαριά σφύρα, που ήταν, όμως, τέλεια ισορροπημένη για το χέρι. Θέλησε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. H σκιά είχε χαθεί, και η αυγή ξεπρόβαλε διαλύοντας το πυρ των άστρων.

Mια στιγμή αργότερα, τα πουλιά που προανάγγειλαν με τα τραγούδια τους την αυγή, έφυγαν τρομαγμένα ακούγοντας τον ήχο της σφύρας του Aδωνιράμ που, χτυπώντας με δύναμη τα χείλη της δεξαμενής, τάραζε μόνος του την βαθιά σιγή που προηγείτο της γεννήσεως της ημέρας.

 

δεDE

 

Η Διεθνής

 




Η Διεθνής

Εμπρός της γης οι κολασμένοι
της πείνας σκλάβοι εμπρός - εμπρός
Το δίκιο από τον κρατήρα βγαίνει
σα βροντή σαν κεραυνός.
Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια
όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης
που ζούσαμε στην καταφρόνια
θα γίνουμε το παν εμείς.

Στον αγώνα ενωμένοι
κι ας μη λείψει κανείς
Ω! Νάτη, μας προσμένει
στον κόσμο η Διεθνής.


Θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες
με πλάνα λόγια μας γελούν
της γης οι δούλοι κι οι ραγιάδες
μοναχοί τους, θα σωθούν...
Για να λείψουν τα δεσμά μας
για να πάψει πια η σκλαβιά
να νιώσουν πρέπει τη γροθιά μας
και της ψυχής μας τη φωτιά.